Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ:
Αλλάζει η σχέση του παιδιού με το βιβλίο;


Με αφορμή τη χθεσινή Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και το Στρογγυλό Τραπέζι –Συζήτηση με θέμα: «Από το χαρτί στην οθόνη: Αλλάζει η σχέση του παιδιού με το βιβλίο;» που προηγήθηκε στην τελετή απονομής βραβείων του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ, ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, καθώς και το γενικότερο προβληματισμό που αναπτύχθηκε, αδράχνω την ευκαιρία για να εκφράσω μια πιο ολοκληρωμένη άποψη και να συνεχίσω την κουβέντα ή ακόμα-ακόμα να τη διευρύνω μεταξύ των φίλων bloggers και των φίλων του fb, αφού τα περιθώρια ενός στρογγυλού τραπεζιού εκ των πραγμάτων είναι στενά.
Στην ερώτηση λοιπόν, αν αλλάζει η σχέση του παιδιού με το βιβλίο, ως συγγραφέας αρχικά (παρακάτω θα αναπτύξω την άποψή μου και ως εκπαιδευτικός) απαντώ πως δεν αλλάζει, τουλάχιστον για την ώρα, ή καλύτερα δεν έχει αλλάξει ακόμα. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ακόμα δεν πρέπει να φοβόμαστε. Ούτε και να στεκόμαστε απέναντι στο νέο εργαλείο με καχυποψία ή σαν να θέλουμε να το ξορκίσουμε. Για την ώρα στην πατρίδα μας αυτό που προέχει είναι να δούμε το πώς θα κερδίσουμε το μεγάλο αριθμό των παιδιών που δεν γνωρίζουν το λογοτεχνικό βιβλίο και κατ’ επέκταση την αξία ή τη δυναμική που κρύβει αυτό μέσα του, προκειμένου να τα μετατρέψουμε σε ενεργητικούς αναγνώστες.
Από την άλλη βέβαια δεν πρέπει ούτε και να επαναπαυόμαστε. Διότι κανείς δεν ξέρει κι ούτε μπορεί να εγγυηθεί πώς θα εξελιχθεί όλο αυτό στο μέλλον.
Θυμάμαι, όταν πρωτάρχισα να γράφω, το 1993, η σχέση μου με το χαρτί και το μολύβι ήταν ρομαντική, ερωτική θα έλεγα, λες και βγαίναμε ραντεβουδάκι εγώ και τα χαρτιά μου. Τότε ήθελα τα χαρτιά μου αυτά -συνήθως είχαν τη μορφή του μπλοκ- να είναι πεντακάθαρα και να μην υπάρχει ούτε μια μουντζούρα στις σελίδες. Όπως καταλαβαίνετε, για να το πετύχω αυτό, έγραφα και ξαναέγραφα από την αρχή το ίδιο κείμενο στη σελίδα μέχρι αυτή να γεμίσει με καλαίσθητα και άνευ μουτζούρας γράμματα. Εκείνα τα πρώτα χρόνια λοιπόν θεωρούσα αδιανόητο να διαταραχθεί η σχέση μας αυτή και ήμουν από εκείνους που διακήρυττε φανατικός οπαδός της συγγραφής στο χαρτί.
Αργότερα, μόλις δυο χρόνια μετά, το 1995 στη Γερμανία, ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με το φορητό υπολογιστή, με τον οποίο μπορώ να πω ενθουσιάστηκα. Ενθουσιάστηκα κυρίως από τις δυνατότητες που είχε και βέβαια από το γεγονός ότι δε θα χρειαζόταν πια να γράφω και να ξαναγράφω για να είναι οι σελίδες μου καθαρές. Βέβαια, στην αρχή και μέχρι να μάθω να τον χειρίζομαι έχασα αρκετά κείμενα. Όμως παρά τις δυσκολίες που συνάντησα, κάθε αρχή είναι δύσκολη, το νέο για μένα και πολλά υποσχόμενο εργαλείο με κέρδισε. Δυο χρόνια αργότερα, το 1997, απέκτησα το δικό μου υπολογιστή και σήμερα, 14 χρόνια μετά, θεωρώ αδιανόητη την επιστροφή μου στη ρομαντική εποχή, του χαρτιού.
Σήμερα, διανύοντας μια πορεία 12 χρόνων στο εκδοτικό γίγνεσθαι και με περίπου 20 βιβλία στο ενεργητικό μου, αυτό που με ενδιαφέρει είναι η επικοινωνία με τους αναγνώστες μου και το πώς θα κερδίσω περισσότερους ή καλύτερα το πώς τα κείμενά μου θα διαβαστούν από περισσότερα παιδιά-αναγνώστες. Δε με φοβίζει το νέο εργαλείο με την όποια του μορφή (e-bbok, ipad, iphone κλπ.), αν και δεν το γνωρίζω ακόμα, ούτε στέκομαι απέναντί του αδιάφορος. Το αντιμετωπίζω ως ένα ακόμα εργαλείο, το οποίο ίσως, αυτό και πάλι κανείς δεν μπορεί να το εγγυηθεί, λειτουργήσει θετικά και ενισχυτικά στο εγγύς ή απώτερο μέλλον για την επίτευξη του σκοπού που είναι η προώθηση των βιβλίων μου. Εδώ θα λέγαμε πως ταιριάζει η φράση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Από τη θέση μου ως εκπαιδευτικός, έχοντας υπόψη από τη μια την εισαγωγή της Φιλαναγνωσίας στο ωρολόγιο πρόγραμμα της Α/βάθμιας Εκπαίδευσης και από την άλλη την εμφάνιση των διαδραστικών πινάκων στη σχολική διαδικασία, σκέφτομαι ότι επιτέλους ήρθε ο καιρός όλοι οι εκπαιδευτικοί να επανεξετάσουμε τη στάση μας μέσα στην τάξη και να δούμε την εκπαιδευτική πράξη από άλλη οπτική ματιά. Άλλωστε ο θάνατος του παραδοσιακού δασκάλου, με ό,τι αυτός πρέσβευε, έχει επέλθει πριν πολλά χρόνια.
Είναι ευρέως παραδεκτό ότι τη διαφορά μέσα στη σχολική τάξη την κάνει ο δάσκαλος. «Με όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις» έλεγαν οι παλιότεροι και δεν είχαν άδικο. Ο εκπαιδευτικός σε κάθε περίπτωση ήταν και είναι αυτός που μαζί με τους γονείς σε πρωτοβάθμιο επίπεδο έχει τον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ολοκληρωμένης και υγιούς προσωπικότητας του παιδιού-μαθητή.
Κατά πόσο όμως είμαστε έτοιμοι όλοι εμείς να αντιμετωπίσουμε τις αλλαγές που έρχονται; Πόσοι από εμάς έχουμε άριστη σχέση με το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο; Πόσοι το αξιοποιούμε δημιουργικά μέσα στην τάξη και άρα δεν το αντιμετωπίζουμε ως ένα ακόμα μάθημα γραμματικής; Πόσοι, τέλος, είμαστε έτοιμοι να πετάξουμε την κιμωλία ή το μαρκαδόρο στην καλύτερη περίπτωση και μαζί τους συμβατούς πίνακες και να τα αντικαταστήσουμε όλα αυτά με την ψηφιακή οθόνη;
Στο συγκεκριμένο ερώτημα σίγουρα ο καθένας από μας καλείται να απαντήσει ξεχωριστά. Το βέβαιο όμως είναι ότι σε καμιά περίπτωση δε δικαιούμαστε ως εκπαιδευτικοί να στεκόμαστε πια απέναντι στις αλλαγές σαν να μην πρόκειται να συμβούν. Αυτό σημαίνει πως σε πρώτο χρόνο και τη στάση μας πρέπει να αλλάξουμε και να αποβάλουμε την όποια καχυποψία ή και μιζέρια, και τη διδασκαλία μας να αναπροσαρμόσουμε στα νέα δεδομένα. Έτσι δε θα είμαστε οι απλοί ακροατές και θεατές των εξελίξεων και άρα δέσμιοι και αναγκασμένοι να τις ακολουθήσουμε, αλλά εκείνοι που θα συνδιαλεχτούν με τους κάθε φορά αρμοδίους για τη στρατηγική που θα χαραχτεί γύρω από αυτό που μας αφορά, δηλαδή την εκπαιδευτική πράξη. Αν όλο αυτό που μόλις περιέγραψα αλλάξει κι εμείς οι δάσκαλοι, που ούτως ή άλλως συνειδητά και με αίσθημα ευθύνης μπαίνουμε μέσα στην τάξη για να επικοινωνήσουμε με τους μαθητές μας, αποδεχτούμε το διευρυμένο ρόλο μας, τότε βεβαίως μόνο καλά αποτελέσματα θα έχουμε από αυτές τις αλλαγές. Γιατί ο δάσκαλος, ο οποίος θα εργάζεται σε ένα περιβάλλον πρώτα απ’ όλα ευχάριστο, που θα του παρέχει το αίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης και όπου θα κυριαρχεί η αλληλεγγύη και η δημιουργικότητα, σ’ ένα περιβάλλον τέλος εξοπλισμένο με όλα τα νέα εργαλεία (όποια και αν είναι αυτά), μόνο θαύματα μπορεί να κάνει. Και στην περίπτωση της προώθησης του λογοτεχνικού βιβλίου και της φιλαναγνωσίας μόνο οφέλη μπορεί να προσφέρει. Άρα, αυτό που έχει μεγάλη σημασία και δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να το παραδώσουμε αμαχητί στους «άλλους» είναι η ενεργητική εμπλοκή μας στις όποιες εξελίξεις.
Σίγουρα μέχρι να γίνουν όλα αυτά, οι διάφοροι εμπλεκόμενοι φορείς οφείλουν να διασφαλίσουν σε νομικό επίπεδο όλη αυτή τη μετάβαση στο ηλεκτρονικό βιβλίο και γενικότερα στην ψηφιακή οθόνη, όποτε και αν αυτή γίνει, με γνώμονα το συμφέρον του λογοτεχνικού κειμένου, της φιλαναγνωσίας και φυσικά του αναγνώστη. Γιατί σε διαφορετική περίπτωση δε θα μιλάμε για λογοτεχνικό βιβλίο αλλά για ένα προϊόν, με το οποίο το παιδί απλά και μόνο θα παίζει.
Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι: Θέλουμε ένα ακόμα εργαλείο στην υπηρεσία της προώθησης της φιλαναγνωσίας και του λογοτεχνικού βιβλίου ή θέλουμε άλλη μια σειρά από «γκατζετάκια» στα χέρια των ανυποψίαστων παιδιών, από τα οποία οι μόνοι κερδισμένοι θα είναι οι κατασκευάστριες εταιρείες και οι μεταπωλητές τους;

Μερκούριος Αυτζής
εκπαιδευτικός / συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια: