Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

ΟΤΑΝ Η ΑΓΑΠΗ, Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΠΑΝΕ ΣΧΟΛΕΙΟ...

Μια ημέρα...
Δυο σχολεία...
Δύο συναντήσεις με παιδιά αναγνώστες...
Αμέτρητες εντυπώσεις και συναισθήματα...

Ο λόγος για το 11ο & 8ο Δ. Σχ. Ευόσμου.




11ο Δημοτικό Σχολείο Ευόσμου

 Η ώρα είναι 08:15΄ και στο 11ο δημοτικό σχολείο υπάρχει μεγάλος ενθουσιασμός.
Η ζεστή υποδοχή, η συγκίνηση, τα χαμόγελα και τα μάτια γεμάτα ικανοποίηση είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά στα πρόσωπα μαθητών και εκπαιδευτικών. Το καμάρι τους είναι το στολίδι του σχολείου, η δανειστική βιβλιοθήκη.
Και πώς να μην είναι;










Η βιβλιοθήκη αυτού του σχολείου αξιοζήλευτη. Ένας ιδιαίτερα ζεστός χώρος, διαμορφωμένος κατάλληλα, με αναγνωστήριο, με ράφια και ικανοποιητικό αριθμό βιβλίων, γεμάτος εργασίες μαθητών, όπου τα παιδιά μαθητές καθημερινά έρχονται σε επαφή, δανείζονται βιβλία, μελετούν και μέσω αυτών ταξιδέψουν,  δημιουργούν και ολοκληρώνονται.
Στον χώρο αυτό με υποδέχτηκαν οι μαθητές της Τρίτης τάξης με γεμάτα ενθουσιασμό μάτια, αγωνία κι ένα τραγούδι-καλωσόρισμα.  Η συνέχεια μου επιφύλαξε μια εξαιρετική συζήτηση, με εύστοχες ερωτήσεις και απορίες από τα παιδιά γύρω από τη διαφορετικότητα. Σημείο αναφοράς τα βιβλία μου: "Θέλω μόνο να παίξω μαζί σου" (Ελληνικά Γράμματα) και "Ο Ορφέας και οι αθλητές του ανέμου", "Τρελό μου αμαξίδιο", "Γιασμίν, μια ζωή από την αρχή" (Ψυχογιός).
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον εκλεκτό συνάδελφο και φίλο Νίκο Αντωνίου και τους συναδέλφους  του εκπαιδευτικούς, Σωτήρη Αλεξανδρίδη (δάσκαλο) και Ρωξάνη Κωνσταντινίδου (μουσικό).









8ο Δημοτικό Σχολείο Ευόσμου






Ώρα 10:15΄ το πρωί...
Στο 8ο Δημοτικό Σχολείο η αγωνία κορυφώνεται. Η ανυπομονησία και ο ενθουσιασμός κι αυτά στα ύψη.
Στην αίθουσα της Δευτέρας (Β) τάξης και η τελευταία λεπτομέρεια για την επικείμενη επίσκεψή μου τέλεια σχεδιασμένη. Η πόρτα της αίθουσας ανοίγει και η έκπληξή μου απ' αυτό που αντίκρισα απερίγραπτη.
Φατσούλες γλυκές, χαμόγελα ζεστά, μάτια όλο έκφραση, αλλά και τοίχοι γεμάτοι εργασίες παιδιών, εργασίες εμπνευσμένες από τα βιβλία μου. Τι κι αν η αίθουσα είναι μικρή και στενόμακρη; Ο παλμός και η ζωντάνια της, η δίψα και η αγάπη ασύγκριτα μεγάλα. Οι εκπαιδευτικοί που συνεργάστηκαν στο πρόγραμμα φιλαναγνωσίας παρόντες και πανέτοιμοι, ο καθένας στη θέση και το ρόλο του.
Το καλωσόρισμα συγκινητικό... Τα συναισθήματα από την πρώτη στιγμή μοναδικά. Τι να πρωτοθυμηθείς και τι να περιγράψεις... 
Πρώτο μέρος:
Τα παιδιά πήραν θέση και οι δράσεις τους, οι εμπνευσμένες από τα βιβλία μου, με αναφορά στη διαφορετικότητα, η μία μετά την άλλη:
α) δραματοποίηση σκηνής από το "Θέλω μόνο να παίξω μαζί σου" (Ελληνικά Γράμματα),
β) παιδιά σε αναπαράσταση γλυπτών της βίας και της φιλίας με αφορμή το βιβλίο "Ο Ορφέας και οι νταήδες με τα κίτρινα ποδήλατα" (Ψυχογιός),
γ) αυτοσχέδιο αμαξίδιο με τα παιδιά να παίρνουν θέση σε αυτό το ένα μετά το άλλο και να διατυπώνουν τις σκέψεις τους για την κινητική αναπηρία από το "Τρελό μου αμαξίδιο" (Ψυχογιός) και
δ) μουσικοκινητική απόδοση της "Προσφυγιάς" του Νταλάρα με αφορμή το "Γιασμίν, μια ζωή από την αρχή" (Ψυχογιός).




Δεύτερο μέρος: η συζήτηση με τον συγγραφέα.
Τα παιδιά, αν και δευτέρας τάξης, χάρη στην αγάπη, την έμπνευση και το φωτεινό πνεύμα της δασκάλας τους και των συνεργατών της συναδέλφων εκπ/τικών, όχι μόνο έγιναν ένα με τους ήρωες των βιβλίων και αγάπησαν τις ιστορίες τους, αλλά εμπνεύστηκαν από αυτές, δημιούργησαν, εκφράστηκαν με ποικίλα μέσα, διατύπωσαν σκέψεις και προβληματισμούς και εντέλει μου απηύθυναν ερωτήσεις,  είτε που τις είχαν από πριν σκεφτεί είτε αυθόρμητες, της στιγμής, που η συζήτηση που αναπτύχθηκε ανεπιφύλακτα μπορεί να χαρακτηριστεί  αξιοζήλευτη.
Εν κατακλείδι, δε θα ξεχάσω  τα ζεστά χαμόγελα, την απλόχερη αγάπη, τον ενθουσιασμό και τις αγκαλιές  των παιδιών...
Το λιγότερο που έχω να πω είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ σε αυτά τα παιδιά. Πολλά ευχαριστώ επίσης και στην ψυχή αυτής της δράσης, τη δασκάλα της τάξης, την καλή συνάδελφο και φίλη Θοδώρα Μπουγιουκλή. Αλλά και στους συναδέλφους της, τη θεατρολόγο κ. Ειρήνη Αθανασοπούλου, τον μουσικό κ. Σωτήρη Δεσπότη, τη γυμνάστρια κ. Σοφία Παπαδοπούλου, την εικαστικό κ. Χριστίνα Παπαδοπούλου, τη δασκάλα παράλληλης στήριξης κ. Αλεξάνδρα Γουρζουλίδου και τη διευθύντρια του σχολείου κ. Κατερίνα Ραπασάνη.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ τέλος και στις εκδόσεις μου.





















Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

ΚΡΙΤΙΚΗ του ομότιμου καθηγητή ΒΑΣΙΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ



ΦΛΩ και ΤΙΜΟΛΕΩΝ, το κάλεσμα της φώκιας

Γράφει ο κ. Βασίλης Αναγνωστόπουλος[1]

Ένα μυθιστόρημα που θα ενθουσιάσει παιδιά και νέους, αλλά και κάθε αναγνώστη, είναι το πρόσφατο βιβλίο από τις εκδόσεις Ψυχογιός με τίτλο «ΦΛΩ και ΤΙΜΟΛΕΩΝ» του εκπαιδευτικού-συγγραφέα Μερκούριου Αυτζή και με εικονογράφηση Λήδας Βαρβαρούση (Αθήνα 2018, σελ. 188).

Ο Μερκούριος Αυτζής, με σπουδές παιδαγωγικές και θεατρικές, είναι κάτοχος μάστερ λογοτεχνίας,  ασχολείται  με τα παιδιά και τα βιβλία τους, με το παιδικό/νεανικό βιβλίο από το 1994, επισκέπτεται δεκάδες σχολεία, είναι μέλος του Κύκλου του Eλληνικού Παιδικού Βιβλίου κ. ά. Έχει γράψει βιβλία σχολικά και λογοτεχνικά, μυθιστορήματα (Όστρακο στα μαλλιά, Μέτωπο στον καθρέφτη κ.ά.), παιδικές ιστορίες (Τα Χριστούγεννα του αλήτη, Ένα ψυγείο…για τον Ορφέα) κ.ά. Είναι μάχιμος εκπαιδευτικός.

Οι πρωταγωνιστές στο καινούργιο του μυθιστόρημα είναι: η Φλω (Φλωρεντία), κόρη του γιατρού Πέτρου Καλομοίρη, η πληγωμένη αρσενική φώκια με το όνομα  Τιμολέων, που μεταφέρεται από τη Χαλκιδική στην Αλόννησο στο Κέντρο Περίθαλψης Μεσογειακής Φώκιας, ο Έρικ Ρίλκε, εξάδελφος της Φλω, από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Γερμανό, ο καπετάν Πυθαγόρας, η εθελόντρια της MOm Χέλγκα Σβαϊνστάιγκερ, παιδιά από το νησί και άλλα πρόσωπα δευτερεύοντα.
Τα παιδιά μυούνται σταδιακά στο θέμα Monachus Monachus, μαθαίνουν για τον κίνδυνο που διατρέχει από υπεραλίευση (με μηχανότρατες, γρι-γρι κ.ά.), από τη μόλυνση, τα πλαστικά, τη βαθμιαία μείωση της τροφής κ.ά. Μαθαίνουν ακόμη ότι απειλείται και από μια διεθνή «σπείρα αδίστακτων λαθρεμπόρων […], που έχει έρθει στο νησί με στόχο τα δυο πολυτιμότερα πράγματα που έχει: τις Φώκιες Μοναχούς- οι πληροφορίες λένε πως σκοπεύουν να αρπάξουν όσο περισσότερες μπορούν και να τις μοσχοπουλήσουν στα διάφορα θαλάσσια πάρκα του κόσμου- και τα ναυάγια. Φαίνεται πως κάποιο από αυτά κρύβει αμύθητο θησαυρό…» (σελ.151 κ.ε.). Ο Έρικ υποστηρίζει πως είδε ύποπτα πλοία να πλέουν γύρω τους και πιστεύει πως είναι πειρατές. Συμμετέχουν στην εξιχνίαση του μυστηρίου  και οδηγούνται στην αποκάλυψη ενός μυστικού… Όλη η αφήγηση έχει εντεινόμενο ενδιαφέρον  με την μυστικοπάθεια που δείχνουν οι μεγάλοι, πράγμα που διεγείρει την περιέργεια των μικρών πρωταγωνιστών. Μέσα σε ένα μαγευτικό τοπίο και σε μια ολογάλανη θάλασσα περνούν ημέρες αξέχαστες, αλλά και γεμάτες από ανατροπές και πρωτόφαντες καταστάσεις.

Μπορούμε να επισημάνουμε κάποια χαρακτηριστικά σημεία της ιστορίας.

1. Κύριο αφηγηματικό πρόσωπο είναι η Φλω, μαθήτρια δευτέρας γυμνασίου, γεμάτη ζωή, περιέργεια για μάθηση και ανησυχία για τον πληγωμένο Τιμολέοντα. Ενδιαφέρεται  ιδιαίτερα  να μάθει για το προστατευόμενο είδος μεσογειακής φώκιας, της Monachus Monachus. Και μεταδίδει και στον αναγνώστη τον ενθουσιασμό της και την αγάπη της για τη θάλασσα, το θαλάσσιο πάρκο και την επιθυμία της να γίνει εθελοντικό μέλος της ΜΟm, της Εταιρίας για τη Μελέτη και Προστασία της Μεσογειακής Φώκιας.

2. Ο συγγραφέας αξιοποιεί  τη φιλομαθή περιέργεια των παιδιών και μέσα από το διάλογο που ανοίγεται με τους μεγάλους, τα ανιχνευτικά ταξίδια στη γύρω θαλάσσια περιοχή, κυρίως με τον καπετάν Πυθαγόρα, τον «φύλακα άγγελο του Πάρκου», βρίσκει την ευκαιρία να δώσει πληροφορίες για το όνομα Monachus, για το Θαλάσσιο Πάρκο, την Αλόννησο, τη Στενή Βάλα, την Κυρά Παναγιά και τα άλλα νησάκια, όπου απαγορεύεται η αλιεία, την Περιστέρα, τη Γιούρα, την Ψαθούρα, το Πιπέρι, την Σκάτζουρα. Επίσης, για τη μεσογειακή μακκία, «τη θαμνώδη βλάστηση με τη μεγάλη ποικιλία από πουρνάρια, κουμαριές, γλυστροκουμαριές, σκίνους, δάφνες, ρείκια, χαρουπιές, αγριελιές…», για τον σπάνιο αίγαγρο κ.ά. Δίνει πληροφορίες για το Σπήλαιο του Κύκλωπα, για ναυάγια με κρυμμένους θησαυρούς, για την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας, για τη Βικτωρία, «μία από τις 600 φώκιες που απέμειναν στον πλανήτη» κ.ά.

3. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πλοκή, που έχει το άρωμα της αστυνομικής ιστορίας, με ερωτηματικά,  προβλήματα, ανατροπές και, ασφαλώς, λύση. Η αγωνία των παιδιών είναι να σώσουν τον τραυματισμένο Τιμολέοντα, αλλά γρήγορα στην αφήγηση υπεισέρχεται σαν υποψία αρχικά και σαν βεβαιότητα ύστερα η ύπαρξη πειρατών στην περιοχή. Ο Έρικ είναι βέβαιος γι΄αυτό. Περιπλέκονται τα πράγματα με την εμφάνιση του Γερμανού πατέρα του Μαρξ Ρίλκε και με κάποιες κρυφές συζητήσεις που έχει με τον καπετάν Πυθαγόρα για λαθροθηρία και λαθροθήρες…Το τέλος θα αιφνιδιάσει τον Έρικ και θα ισορροπήσουν τα πράγματα…

4. Ένα στοιχείο που εντυπωσιάζει είναι η συζήτηση περί εθελοντισμού, που «αναφέρεται στην ηθελημένη πράξη για κάποιον κοινωφελή σκοπό χωρίς αντάλλαγμα», ιδέα που χτυπάει ευαίσθητες χορδές της καρδιάς. Σε αυτόν τον εθελοντισμό στηρίζεται η προστασία της μεσογειακής φώκιας και τα παιδιά ενδιαφέρονται να γίνουν μέλη του! Η αγάπη τους γι΄αυτό το πλάσμα ενισχύεται ακόμη πιο πολύ, όταν διαβάζουν το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη  «Το μοιρολόγι της φώκιας».

5. Μια τελευταία επισήμανση αφορά  το «Σημείωμα του συγγραφέα», κάτι όχι σύνηθες, που το βρίσκω ωστόσο  πολύ χρήσιμο σχετικά με τη δημιουργική γραφή. Ουσιαστικά μιλάει πώς μια ιδέα που γεννιέται στην ψυχή του συγγραφέα μπορεί να εξελιχθεί σε ολόκληρο μυθιστόρημα. Σημειώνει: «Ο σπόρος ενός τέτοιου μυθιστορήματος, ενός κειμένου με πρωταγωνιστές παιδιά και ένα από αυτά τα ζώα, υπήρχε μέσα μου από πολύ παλιά. Αλλά δεν είχε μορφή, δεν γνώριζα ούτε τα πρόσωπα ούτε τον τίτλο, δεν υπήρχε καν σκελετός, μόνο μια ιδέα». Η ιδέα επωάστηκε για τρία χρόνια, ωρίμασε και έγινε ένα καινούργιο σώμα, ένα αφήγημα. Είναι χρήσιμες αυτές οι απόψεις κυρίως για νέους συγγραφείς.

Τέλος, το μυθιστόρημα «Φλω και Τιμολέων-το κάλεσμα της φώκιας» του Μερκούριου Αυτζή, (που θα μπορούσα να το ονομάσω οικολογικό, με την ευρεία του έννοια), διαβάζεται ευχάριστα, μάς πλημμυρίζει ελληνική θάλασσα, ελληνικό καλοκαίρι, μάς συναρπάζει με την πλοκή και θίγει ευαίσθητες χορδές  νου και ψυχής για τα χαριτωμένα πλάσματα Monachus Monachus. Απευθύνεται σε παιδιά μέσης σχολικής ηλικίας, αλλά και σε όσους αρέσει η καλή και σύγχρονη λογοτεχνία.

Κάτω Λεχώνια 3/3/2018          
Β. Δ. Αναγνωστόπουλος         
Ομότιμος καθηγητής  πανεπιστημίου



[1] Ο κ. Βασίλης Αναγνωστόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

ΓΕΥΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ




  Γεύση πρώτη:


          «Αχ, μια μικρή φώκια!» ενθουσιάστηκα σαν την είδα.
           «Σσσς!» με κοίταξε ο πατέρας αυστηρά.
           Ακριβώς από κάτω στη μικρή αμμουδιά
           βρισκόταν μια φώκια. Δε φαινόταν να
           ενοχλήθηκε από τη φωνή μου. Εκατοστό
           δε μετακινήθηκε από τη θέση της.
           Μόνο το κεφάλι της έγειρε λιγάκι προς τα
           πάνω – ο Έρικ μόλις είχε προβάλει το δικό
           του και είδε τα υγρά της μάτια.
           Η φώκια έβγαλε ένα ξεψυχισμένο   Γουάαααβ!
           και κόλλησε ξανά τη μουσούδα της στην άμμο.

    (Απόσπασμα από το κεφάλαιο ΤΟ ΚΛΑΜΑ, σ. 30)


Γεύση δεύτερη:

   Το σπίτι που διατηρεί ο μπαμπάς στο νησί και   
          δεν το γνώριζα –μου το πε μόλις φτάσαμε ότι το
          είχε αγοράσει πριν από λίγα χρόνια, όταν ήταν
          ερείπιο, σε πολύ καλή τιμή– βρίσκεται σε ένα χωριό
          που το όνομά του είναι πολύ αστείο. «Στενή   Βάλα»
          το λένε, και όταν μου το είπε, έσκασα στα γέλια.
          Σαν να λέμε στενή βουβάλα, σκέφτηκα και συνέχισα
          να γελάω – ευτυχώς που ο Έρικ είχε ζαλιστεί και
          κοιμόταν στους καναπέδες του σκάφους, οπότε δεν
          πέταξε εκείνος την εξυπνάδα του, διότι αυτή τη φορά
          θα τον δικαιολογούσα.
          
          (Απόσπασμα από το κεφ. ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ, σ. 42)



Γεύση τρίτη:
               

«Στη Φούρκα, θείε Πέτρο, έχει πειρατές;» ρώτησε τόσο φυσικά
λες και τον ρωτούσε: «Θείε Πέτρο, σου αρέσει η Θεσσαλονίκη;». 
Τέτοιο πάθος με τους πειρατές πρώτη φορά βλέπω. Με τις ώρες
παίζει στο PlayStation παρέα με τον Τζακ Σπάροου. Νόμιζα
πως είχε ξεπεραστεί αυτή η μόδα.
Ο μπαμπάς δεν έχασε την ευκαιρία να του απαντήσει,
και μεταξύ σοβαρού και αστείου τού πρότεινε να έρθει
μαζί μας για να το ανακαλύψει μόνος του.
Άλλο που δεν ήθελε ο Έρικ.
Και τώρα από το πρωί τριγυρνάει μ’ ένα ζευγάρι κιάλια στον
λαιμό του και Ψάχνει να τους βρει. Με τα κιάλια του, λέει, θα
περιμένει και τον Τιμολέοντα να ξυπνήσει.
Μ’ αυτά παρακολουθούσε και τον μπαμπά όση ώρα
έραβε την πληγή του ζώου.

                                                (Από το κεφ. Ο ΕΡΙΚ ΚΑΙ Η ΣΚΟΥΦΙΑ ΤΟΥ, σ. 39)



Γεύση τέταρτη:

       
            “…Η φωνή του βιολόγου επιφυλακής από τον   
          ασύρματο που ο μπαμπάς είχε μόνιμα
          εγκαταστημένο στην κουζίνα το έλεγε
          καθαρά: «Κέντρο προς όλες τις κινητές
          μονάδες… Επείγον περιστατικό στη Γιούρα…
          Τραυματισμένη φώκια στη 
          σπηλιά του Κύκλωπα! Γιατρέ Καλομοίρη…
          Πέτρο μου, έλα γρήγορα! Η ομάδα διάσωσης
          ξεκινάει σε δέκα λεπτά!»
          Τι να έκανε ο καημένος ο μπαμπάς; Μόλις είχε
          ξυπνήσει και ετοίμαζε καφέ, το πρωινό του δηλαδή
          με δυο τρία παξιμάδια. Μα δεν πρόλαβε…

          (Από το κεφ. Η ΤΡΕΛΑ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ, σ. 70)


  
Γεύση πέμπτη:


        «Αυτή είναι το σπήλαιο του Κύκλωπα που σας
         έλεγα», είπε τότε με περηφάνια ο καπετάν
         Πυθαγόρας.
         Κι εγώ πρόσεξα ότι περάσαμε στο εσωτερικό
         της με πολλή άνεση. Η είσοδος μπορεί να έχει
         ύψος ίσαμε 15 μέτρα.
            «Και είναι η μεγαλύτερη των Βορείων Σποράδων,
         παρακαλώ!» συνέχισε. «Με πλούσια ευρήματα.
         Εδώ που βλέπετε, το 1992, και για τρία χρόνια,
         έγιναν ανασκαφές από την Εφορεία Παλαιοαν-
         θρωπολογίας-Σπηλαιολογίας υπό τον καθηγητή
         Αδαμάντιο Σάμψων. Και ανακαλύφθηκαν
         ευρήματα που αποδεικνύουν πως η σπηλιά
         κατοικήθηκε σε διάφορες περιόδους, ειδικά τη
         Νεολιθική…»

         (Από το κεφ. ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΠΑ, σελ. 84)



Γεύση έκτη:

        
        "…Μισή ώρα αργότερα, στις 10.30’ σύμφωνα με το    
         ρολόι μου, ημέρα Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2008,
         το σχέδιό μας, αν και απλό, είχε συγκεκριμένο
         οργανόγραμμα – έτσι το έλεγαν οι άνθρωποι της
         MOm στα δικά τους σχέδια. Απέκτησε όνομα
         «Το τσίμπημα της αράχνης», γιατί αυτό το άκακο
         κατά τα άλλα έντομο κινείται και υφαίνει τον ιστό
         του αθόρυβα, κι αν χρειαστεί τσιμπάει, και εμείς
         «οι φίλοι της muhuri» – μουχούρι λένε στα Σουαχίλι
         τη φώκια και το όνομά της δώσαμε στην ομάδα για
         να πετύχουμε μυστικότητα– ήμασταν αποφασισμένοι
         να τσιμπήσουμε όποιον επιχειρούσε να βλάψει τις
         φώκιες…
              
                                           (Από το κεφ. ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΝΗΣ, σ. 100)
  


Γεύση έβδομη:


        «Το ξέρετε ότι η περιοχή είναι γεμάτη με ναυάγια     
         πλοίων; Και ότι στον πυθμένα της θάλασσας, σε
         πολλά σημεία, υπάρχουν θαμμένοι θησαυροί; Ως
         και γερμανικό αεροπλάνο από τον πόλεμο του 40
         έχουν καταπιεί τα νερά εδώ λίγο πιο βόρεια!» Αυτά
         μας είπε ο Αχιλλέας, και μπορεί η Βιβή και ο Φάνης
         να τα γνώριζαν όλα αυτά, ή η Αιμιλία να σφίχτηκε
         λιγάκι από τον φόβο, εγώ όμως ένιωσα την
         περιέργειά μου να ερεθίζεται ακόμα περισσότερο.
         «Έχει πλάκα να πήγε στο ναυάγιο…» πήγε και πάλι
         η φαντασία μου να οργιάσει αλλά δεν της το
         επέτρεψα.

                                           (Από το κεφ. ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΕΞΕΛΙΞΗ, σ. 110)




Γεύση όγδοη:

   Οταν ο Τζακ Σπάροου μιλούσε για την κατάρα     
         του μαύρου μαργαριταριού, ήξερε τι έλεγε.
         Κι εγώ αυτό φωνάζω από την ώρα που ήρθαμε
         στο νησί. Ξέρω πολύ καλά τι λέω και επαναλαμβάνω:
         «Και βέβαια υπάρχουν πειρατές!»
         Τους είδα με τα μάτια μου σεκείνο το ιστιοφόρο.
         Δε φτάνει αυτό; Τι πρέπει να κάνω για να με
         πιστέψουν; Εκείνοι εκεί πάνω δεν ήταν απλοί
         τουρίστες που έκαναν ηλιοθεραπεία. Τους είδα   
         και μεταξύ μας, ο ένας φορούσε πειρατικό μαντήλι
         στο κεφάλι και οι άλλοι έριχναν κάτι μεγάλα
         κιβώτια στη θάλασσα. Μου λέτε σε τι χρησιμεύουν
         τα ξύλινα κιβώτια μέσα στη θάλασσα;

         (Στο κεφ. ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΕΙΡΑΤΕΣ, σ. 121)


  

Γεύση ένατη:

        
            Εκεί πάνω θα κρυφτώ σε πρώτο χρόνο, σκέφτηκα.   
         Αλλά την ίδια στιγμή αντίκρισα κάτι μοναδικό.
         Μια σκηνή που γιαυτή και μόνο θα έμπαινα
         ξανά και ξανά στο στόμα του λύκου.
         Βρισκόμουν απέναντι ακριβώς από κάποιον
         επίγειο παράδεισο. Γιατί με σκηνή παραδείσου
         έμοιαζε το μέρος αυτό του νησιού, που όμως
         δεν ήξερα ποιο είναι, αλλά αυτό δεν είχε καμιά
         σημασία. Η αξία του αποτυπωνόταν πάνω στη
         γυαλιστερή μουσούδα και στα εκφραστικά μάτια
         που αντίκρισα σε δεκάδες νεαρές φώκιες. Η ακτή
         σαυτό το σημείο –από τη θέση του ήλιου έβλεπε
         μάλλον στην ανατολή–, αν και απόκρημνη,
         σχημάτιζε πολλά μικρά ορμητήρια, στις κροκάλες
         των οποίων αρκετές δεκάδες φώκιες, μικρές και
         μεγάλες, λιάζονταν. Ήταν μάλλον ώρα φαγητού
         και τα φωκάκια θήλαζαν. Κάποιες λούφαζαν στην
         κυριολεξία τεμπέλικα.

         (Από το κεφ. Η ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ ΒΓΗΚΕ ΝΙΚΗΤΗΣ, σ. 160)


Γεύση δέκατη:

         
         «Ο πατέρας μου;» Έμεινα να κοιτάζω με το          
         στόμα μου να χάσκει. Είχα αποσβολωθεί και
         δεν καταλάβαινα τι είχε γίνει. «Δηλαδή…» 
         Μέναν διπλό ελιγμό ο Μαξ Ρίλκε, που φάνηκε να
         είναι έμπειρος στο τιμόνι, κατάφερε την τελευταία
         στιγμή να περάσει ξυστά πίσω από την Οδύσσεια.
         Το σκάφος της MOm, μόλις μας προσπέρασε,
         έστριψε ενενήντα μοίρες αριστερά και το Queen
         Elizabeth έπεσε πάνω στα δίχτυα, που ήταν ακόμα
         τεντωμένα· οι μισθοφόροι των παράνομων πλοια-
         ρίων δεν είχαν προλάβει να τα κόψουν. Και τώρα η
         σύλληψή τους ήταν υπόθεση λίγων λεπτών. Ο ένας
         μετά τον άλλον οι πειρατές έπεσαν όλοι στα χέρια
         των αντρών του Λιμενικού.  
         «Ζήτωωω!» άρχισαν να φωνάζουν τα παιδιά από
         την Οδύσσεια. Καμία φώκια δεν είχε πάθει το παρα-
         μικρό.

         (Από το κεφ. ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ, σ. 168)