Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

ΖΩΗ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ. ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

 Λόγια-θυμίαμα στη μνήμη της γιαγιάς Χρυσαυγής

Μια παλιά προφητεία, μια ανομολόγητη υπόσχεση και ένα μικρό καρυδένιο κασελάκι, ασήμαντο για τους πλιότερους και ξεχασμένο στο κατώι του χρόνου μα με θησαυρούς μεγάλης συναισθηματικής αξίας, έγιναν η αφορμή να αδράξω τα χαρτιά και τα μολύβια (τα πλήκτρα του φορητού Η/Υ μου) και να γράψω το ΖΩΗ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ. ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ. Όσα γράφτηκαν σε τούτο το ιστόρημα και αυτά που ακολουθούν αποτελούν θυμίαμα εύοσμο στη μνήμη της γυναίκας που τα έζησε αλλά και σε εκείνων τη μνήμη που τη συντρόφευσαν στο ταξίδι της ζωής. Παράλληλα, είναι χρέος και εκπλήρωση της γραφτής επιθυμίας –προτροπή θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κάποιος– που άφησε η ηρωίδα του βιβλίου μαζί με άλλα πολύτιμα δώρα στο καρυδένιο κασελάκι της.

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Ο Πόντος έγινε κομμάτι της ζωής μου από την πρώτη μέρα του έγγαμου βίου μου. Λέξεις, φράσεις, παραδοσιακά εδέσματα, χωρατά, μοιρολόγια, γλέντια, χοροί, τραγούδια, όλα έγιναν σταδιακά στοιχεία της μύησής μου σ’ έναν κόσμο για τον οποίο ελάχιστα γνώριζα. Και είχαν στη μύησή μου αυτή τον κύριο ρόλο δύο πρόσωπα. Από τη μια ο Μόντε Χρήστο, το μοναδικό εν ζωή σερνικό της ηρωίδας, που σε κάθε συνάντησή μας σκάρωνε νότες του Πόντου άλλοτε με τα πνευστά του ‒φλογέρα, ζουρνά, φυσαρμόνικα, κλαρίνο‒ κι άλλοτε με το μπουζούκι του. Και από την άλλη η Χρυσαυγή Β΄, η Σίσσυ μου, με τις περιγραφές, θύμησες της παιδικής της ηλικίας, που κάποτε έπαιρναν μορφή αφήγησης. Κάπως έτσι, μόλις πριν από δυο χρόνια, ήρθε στην επιφάνεια και στα έκπληκτα μάτια μου, σαν από ανασκαφή, και το κασελάκι με τα πολύτιμα. Η νυφιάτικη ανθοδέσμη από αμάραντους, το βιβλίο του Βιζυηνού, το μαγνητοφωνάκι με τη φωνή της γιαγιάς Χρυσαυγής, κάποιες παλιές καρτ ποστάλ, κυρίως όμως η γραπτή επιθυμία της να γίνει η ζωή της βιβλίο, πέρα από τη συγκίνηση που προκάλεσαν, έγιναν ο θεμέλιος λίθος του ιστορήματος που μέσα μου είχε πια αρχίσει να παίρνει μορφή. Τα λόγια στη γραπτή επιθυμία της σαφή και σταράτα: «Τις στιγμές της ζωής μου, που απλόχερα σου χάρισα, βάλ’ τες στο χαρτί στρωτά, ώστε να τις διαβάσουν όλοι. Κάν’ τες εικόνες να μπορούν να τις καταλαβαίνουν, να τις θυμούνται. Και μην ξεχνάς: έρωτες, γέλια, χαρές, πόνος, έχθρες, ζωή, θάνατος, όλα ένα. Σφιχταγκαλιασμένα. Έτσι είναι η ζωή. Κάνει κύκλους, μικραίνει, αλλά ποτέ δεν κλείνει. Κι ο κόσμος μπορεί να φθίνει, να ζαρώνει, μα ποτέ δε σβήνει. Ο κόσμος είμαστε εμείς. Και εμείς έχουμε ο ένας τον άλλο. Ο άλλος είναι η συνέχειά μας. Αυτό κάνε κι εσύ. Αναζήτησε τον άνθρωπο όπου και αν βρίσκεται. Μοιράσου μαζί του. Είναι άκρως λυτρωτικό να ξυπνάς, να σηκώνεις το βλέμμα σου και να σε τυφλώνει η έσχατη λάμψη του άρματος του ήλιου…».

Έπειτα απ’ αυτά τα λόγια το ταξίδι της γραφής είχε κιόλας αρχίσει. Ο πυρήνας του ιστορήματος είχε δημιουργηθεί και τα δώρα της γιαγιάς ‒η μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, οι λίγες μα ουσιαστικές σημειώσεις, οι καρτ ποστάλ και οι περιγραφές‒ έγιναν η μαγιά για να πλαστεί ο μύθος. Συνάμα τα ευρήματα αυτά αποτέλεσαν και την πυξίδα για να συγκεντρωθεί και να μελετηθεί μια πληθώρα από επιστημονικά συγγράμματα, διατριβές, μελέτες, εργασίες, άρθρα, φωτογραφικά ντοκουμέντα αλλά και μαρτυρίες. Πηγές από τις οποίες, όπως η μέλισσα το νέκταρ της, επέλεξα το υλικό που μπόλιασε γόνιμα τον μύθο και έντυσε με σεβασμό στην ιστορική αλήθεια τη σάρκα της πλοκής. Κάπως έτσι, ακολουθώντας τα βήματα της ηρωίδας στις σημαντικές στιγμές της ζωής της αλλά και όσων τη συντρόφεψαν τα πρώτα χρόνια, βρέθηκα νοερά πίσω στον χρόνο, στις αρχές του 20ού αιώνα, τότε που η καλλίστη Τραπεζούντα, η γενέτειρα της ηρωίδας, έσφυζε από ζωή. Την εποχή αυτή το ελληνικό στοιχείο ήταν πολυπληθέστερο και οι Έλληνες της πόλης διέπρεπαν σε όλους τους τομείς. Ήταν πια μοιραίο, ύστερα απ’ όσα είχα διαβάσει, ο τόπος να μου φαίνεται εφιαλτικά γνωστός. Γνώριζα κάθε του σπιθαμή. Και ναι. Από τα τείχη των Κομνηνών είδα τις αποβάθρες του λιμανιού, αγνάντεψα το απέραντο γαλάζιο, βούτηξα απ’ τα βράχια πίσω απ’ το Λεοντόκαστρο στα κρύα νερά της Μαύρης Θάλασσας, κάθισα μαθητής κι εγώ στα έδρανα του Φροντιστηρίου, άναψα κερί στις εκκλησιές και πήρα ευλογία από τον άγιο Δέσποτα, σεργιάνισα στα στενά μα πολυσύχναστα σοκάκια, ήπια καφέ στην πλατεία Μεϊντάν, γεύτηκα τα παραδοσιακά τους γλυκά και εδέσματα, ψέλλισα φράσεις και λέξεις ποντιακές, γέλασα μέχρι δακρύων, φόρεσα τις ζίπκες τους και χόρεψα στο πλευρό τους ομάλ και σέρρα. Και όταν στην πορεία της γραφής κατέληγα σε αδιέξοδα, όταν η έμπνευσή μου στέρευε, κατά έναν μυστήριο τρόπο μια απροσδιόριστη δύναμη, που ένας υποψιασμένος ερευνητής θα μπορούσε να ισχυριστεί πως εκπορευόταν από την ψυχή της ηρωίδας, μ’ έβγαζε από το σκοτάδι, με οδηγούσε στο φως και το μυθιστόρημα έπαιρνε ξανά νέα πνοή. Κι εγώ, γοητευμένος από τα επιτεύγματά τους, την ανατροφή που έδιναν στα παιδιά τους, το μεγαλείο και την καθαρότητα της ψυχής και του πνεύματος καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατάφερναν καθημερινά να συμβιώνουν με τους μουσουλμάνους και τις άλλες φυλές της πόλης, ακολούθησα την ηρωίδα και τους άλλους ήρωες, μικρούς και μεγάλους, σε κάθε τους βήμα, μπήκα στο πετσί του ρόλου τους στις καλές και τις άσχημες στιγμές, στις χαρές και τις λύπες. Και όταν έπεσαν οι πρώτες οβίδες, στον Μεγάλο Πόλεμο, όταν οι Νεότουρκοι έβγαλαν το προσωπείο τους και φανέρωσαν με λόγια και πράξεις τις προθέσεις τους, συνέχισα να τους ακολουθώ, όσο στενόχωρα και πικρά κι αν ήταν αυτά που έγραφα.

Γιατί το μυθιστόρημα δεν είναι ένα ήρεμο ποταμάκι που απλώς ρέει ατάραχο. Το μυθιστόρημα, και ιδίως το ιστορικό, έχει ζώσα πνοή και όπως ο χορευτής, έτσι και αυτό δημιουργεί κυματισμούς, στροβιλίζεται, κάνει ελιγμούς και με την ορμή που διαθέτει προκαλεί ποικίλες συναισθηματικές διακυμάνσεις, που κάποτε δυσκολεύεσαι να ακολουθήσεις. Συνάμα είναι μια δραματική αναπαράσταση της ζωής σε μια αυστηρά οριοθετημένη ιστορική εποχή, που προσωπικά ως δημιουργός όφειλα να ακολουθήσω, έχοντας στον νου μου αφενός να διαφυλάξω την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων, όσο σκληρά κι αν ήταν την περίοδο του Μεγάλου Πολέμου και της γενοκτονίας, και αφετέρου να σεβαστώ τη μυθιστορηματική γραφή.

 

Μερκούριος Αυτζής, 28.4.2022

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΔΙΟΝΥΣΗ ΛΕΪΜΟΝΗ - BOOKIA


 Από τα άγουρα χρόνια των κοντών παντελονιών o Μερκούριος Αυτζής είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τη φύση και τις μυρωδιές του κάμπου. Τα βιώματα αυτής της εποχής σημάδεψαν τη ζωή του, κι όταν έγινε δάσκαλος και ήρθε σε επαφή με το παιδί, αγάπησε το λογοτεχνικό βιβλίο. Σπούδασε θέατρο, μετεκπαιδεύτηκε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο ΕΚΠΑ και είναι κάτοχος μάστερ λογοτεχνίας.

Παράλληλα επισκέπτεται δεκάδες σχολεία όπου κουβεντιάζει με τα παιδιά-αναγνώστες και αναπτύσσει ποικίλες δράσεις. Είναι μέλος του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (Ελλ. Τμήμα της IBBY) από το 1998 και το διάστημα 2002-2014 διετέλεσε Σύμβουλος και Έφορος στο Δ.Σ. αυτού. Την περίοδο 2015-2017 επιμελήθηκε τη στήλη «Ζήτω η Περιέργεια!» στο ένθετο «Ο Μαγικός Κόσμος του παιδικού βιβλίου» της ηλεκτρονικής εφημερίδας Kosvoice.gr.

Προσωπική ιστοσελίδα του συγγραφέα.

Δάσκαλος, αρθρογράφος, θεατρικός συγγραφέας, συγγραφέας παιδικών βιβλίων… Ποιος από όλους αυτούς τους «ρόλους» μπορεί να επισκιάζει τους άλλους ή συνυπάρχουν αρμονικά;

Σας ευχαριστώ αλλά ένα θεατρικό έργο και μάλιστα ανέκδοτο δεν μπορεί να με καταστήσει θεατρικό συγγραφέα, ούτε τα άρθρα και οι κριτικές βιβλίων που κατά καιρούς γράφω αρθρογράφο. Συνεπώς, από το σύνολο κρατάω αυτές του δασκάλου και του συγγραφέα. Και νιώθω ιδιαίτερα ευλογημένος που βρέθηκαν στον δρόμο μου και τα δυο. Τα υπηρετώ με αγάπη και συνέπεια τριάντα τρία και είκοσι πέντε χρόνια αντίστοιχα, και όχι μόνο συνυπάρχουν αρμονικά αλλά το ένα συμπληρώνει και ενδυναμώνει το άλλο.

Κουβαλάμε τις αφηγήσεις και τις αναγνώσεις μας… Ποιο είναι το δικό σας «φορτίο»;

Μαζί με τις αφηγήσεις και τις αναγνώσεις μας κουβαλάμε και τα βιώματα, τις μνήμες αλλά και την παιδική μας ηλικία, τους ανθρώπους του στενού και ευρύτερου περιβάλλοντός μας, τους χαρακτήρες τους… Αυτά είναι η ανάσα μας, η ζωή μας. Από τον θαυμαστό κόσμο της δικής μου παιδικής ηλικίας έχω για φυλαχτό τις αφηγήσεις και τις μελίρρυτες μελωδίες του πατέρα, τον μόχθο και τον δύο γονιών και τον αγώνα τους για τη ζωή. Και θυμάμαι ακόμα τις αφηγήσεις που έκανα ο ίδιος στον εαυτό μου, αφού ως συνεσταλμένο παιδί που ήμουν σκάρωνα ένα σωρό σενάρια που άλλοτε κατέληγαν σε κάποια ιστορία-αφήγημα, άλλοτε σε στίχο ή τραγούδι. Η επαφή μου με το λογοτεχνικό βιβλίο ήρθε μετά στην εφηβεία και αργότερα που έγινα δάσκαλος. Από τις αναγνώσεις αυτής της περιόδου συγκίνηση μου προκαλούν τα μυθιστορήματα: Οι Άθλιοι και Η Παναγία των Παρισίων του Ουγκώ, Το αμάρτημα της μητρός μου του Βιζυηνού, Το νούμερο 31328 του Βενέζη, Η Παναγιά η Γοργόνα του Μυριβήλη, Ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη, ενώ ξεσηκώνομαι από τον Όλιβερ Τουίστ του Ντίκενς, τον Τομ Σόγιερ του Τουέιν και τον Νιλς Χόλγκερσον της Λάγκερλεφ, και υποκλίνομαι με σεβασμό και αγάπη σε πολλά από τα αφηγήματα της δικής μας αγαπημένης Λότης Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου και πολλών ακόμα σύγχρονων συγγραφέων μας.

Πώς αυτό μεταπλάθεται, αξιοποιείται, εντοπίζεται στην τέχνη σας;

Το ταξίδι προς τη μυθοπλασία είναι ακροβασία σε τεντωμένο σχοινί πάνω από γκρεμούς και φαράγγια. Και όπως έχω πει και παλιότερα, δεν είναι ένα ήρεμο ποταμάκι που τα νερά του κυλούν ήρεμα μέχρι τη θάλασσα. Μοιάζει και με αέρινο χορευτή που άλλοτε λικνίζεται αισθησιακά και άλλοτε τινάζεται στον αέρα, εκτοξεύεται, κάνει ανάποδες στροφές, ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί, καλπάζει. Και είναι τόσο γοργός ο ρυθμός που δυσκολεύεσαι να ακολουθήσεις, μα συνάμα μαγεύεσαι από τις αρετές του κειμένου, τις τεχνικές αφήγησης, τις ανατροπές, τον αισθησιασμό του. Είναι από εκείνα που πολλάκις σου κόβουν την ανάσα. Συνεπώς, στο εργαστήρι του λόγου, ως δημιουργός δε μένω παρατηρητής σε κάποιο ανέγγιχτο κι απόρθητο κάστρο. Τα βιώματα που κουβαλάω, οι αφηγήσεις, οι αναγνώσεις, τα οικεία και ανοίκεια πρόσωπα, υπαρκτά και μη, μεταπλάθονται, γίνονται στοιχεία του έργου, εγκιβωτίζονται ως διακείμενα, κι εγώ βιώνω τις καταστάσεις των ηρώων, μπαίνω στο πετσί του ρόλου τους, στην αρένα της βιοπάλης και ματώνω. Τους ακολουθώ σε κάθε βήμα, όλους μαζί κι έναν-έναν χωριστά. Η ανάσα μου γίνεται ένα με τη δική τους. Νιώθω κάθε σκίρτημα, κάθε συναίσθημα, αγωνία, το φόβο τους για το άγνωστο, τον αυθορμητισμό και τη διάθεσή τους για περιπέτεια, την περιέργεια και το πάθος που τους χαρακτηρίζει. Κάθε φορά όμως στέκομαι απέναντί τους με σεβασμό και σωφροσύνη, με σεβασμό κι απέναντι από τους αναγνώστες, και προσπαθώ να κρατώ τις ισορροπίες μέχρι να έρθει η κάθαρση, δίχως λάθη, αλλά με αναπάντεχες ανατροπές και απόλυτη ειλικρίνεια.

Και το γύρω περιβάλλον σας στενότερο ή ευρύτερο; Ποιο ρόλο έπαιξε ή διαδραματίζει;

Όπως υπαινίχτηκα και στην αρχή, το περιβάλλον, το στενό και το ευρύτερο, είναι η αντανάκλασή μας. Μας σημαδεύει, το κουβαλάμε μέσα και γύρω μας, υπάρχουμε σ’ αυτό με αυτό, μας χαρακτηρίζει, είναι οι άνθρωποί μας… Και στο εργαστήρι του λόγου την ώρα της συγγραφικής μυσταγωγίας το περιβάλλον αυτό αποκτά πολλαπλές και πολύπλευρες διαστάσεις και ρόλους. Γίνεται σκηνικό και πεδίο δράσης και πολλοί από τους ανθρώπους που ζουν σε αυτό γίνονται βασικοί ήρωες ή δανείζουν τους χαρακτήρες τους ή και κάποια χαρακτηριστικά τους στους ήρωές μου. Όσο για τους αγαπημένους μου γίνονται συνοδοιπόροι αλλά και οι πρώτοι αναγνώστες ή και ακροατές μου, αναπόφευκτα και οι πρώτοι σχολιαστές, κριτές και επικριτές αυτών που γράφω.

Αγαπημένο άκουσμα (ιστορία-τραγούδι-φράση);

Δεν υπάρχει μόνο μια ιστορία ή ένα τραγούδι που αγαπώ. Ανάλογα με τη διάθεσή μου την κάθε στιγμή, μέρα και ώρα, η ψυχή και ο νους γαληνεύουν ή εγείρονται από τελείως διαφορετικές ιστορίες και τραγούδια. Συνεπώς, αν αναφέρω κάποιο, θα φωτογραφίζει τη διάθεσή μου την παρούσα στιγμή αλλά όχι εμένα. Κάποιες φράσεις όμως τις αγαπώ ιδιαίτερα. Αναφέρω δύο: «Η σωτηρία της ψυχής είναι μεγάλο πράγμα» και «Σαν πας στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι να είναι ο δρόμος σου μακρύς».

Αγαπημένη εικόνα;

Αναρίθμητες και οι αγαπημένες εικόνες. Περιορίζομαι όμως σε τούτες: η εικόνα της μάνας που αγκαλιάζει με στοργή το παιδί της, ένα ζευγάρι νέων που προχωράει ανέμελο χέρι-χέρι δίπλα στο κύμα χαράσσοντας σχήματα στην αμμουδιά με τα πόδια, μια ηλικιωμένη γυναίκα που κάθεται κατάχαμα και ζωγραφίζει με χρώματα και πινέλα σε τοίχο, δυο πεταλούδες που στην προσπάθειά τους να πετάξουν η μία περιμένει με καρτερικότητα την άλλη να πετάξουν μαζί, ένα ταπεινό λουλούδι που άπλωσε τις ρίζες του στον τοίχο ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού ή στη μέση της άγονης γης…

Αν δεν αναπνέατε με οξυγόνο, τι θα σας έδινε ζωή;

Η αγάπη των ανθρώπων μου και η θάλασσα!

Αν έπρεπε να στερηθείτε κάτι που αγαπάτε πολύ τι θα ήταν αυτό;

Αδιαπραγμάτευτο. Και παρακαλώ τον Θεό να μας έχει όλους και όλα καλά και να μας αξιώνει να γευόμαστε την κάθε στιγμή και με σεβασμό και ευγνωμοσύνη τη ζωή.

Αγαπημένο: Όνομα; Λουλούδι; Γεύση; Μυρωδιά;

Τι σας έκανα και μου βάζετε δύσκολα; (χαχαχα!)

Λοιπόν, κι εδώ δεν μπορώ να περιοριστώ στο ένα, οπότε έχουμε και λέμε. Όνομα: Ελευθερία, Ευτυχία, Αγάπη, Ελπίδα…

Λουλούδι: ιβίσκος, μανόλια, το άνθος της λεμονιάς, γιασεμί…

Γεύση: οι γεύσεις της κουζίνας την ώρα της δημιουργίας, η καραμελωμένη γεύση του καζάν ντιπί, το ρεβανί Χουχλιούρου και το γλυκό συκαλάκι…

Μυρωδιά: το άρωμα του ροδάκινου την ώρα της συγκομιδής, η θαλασσινή αύρα, το άρωμα της βανίλιας, του πευκοδάσους, της νοτισμένης γης…

Ένας κακός εφιάλτης;

Εφιάλτες δεν έχω. Όνειρα και βαθύτερους πόθους, ναι. Κι αυτά που θέλω είναι απλά. Ως άνθρωπος να ζούμε και να μοιραζόμαστε τα αγαθά της ειρήνης. Ως πατέρας να αξιωθώ να δω τα παιδιά μου ευτυχισμένα. Κι ως συγγραφέας να γεύομαι μέχρι τέλους το όμορφο δώρο της έμπνευσης και της φαντασίας τη στιγμή της δημιουργίας.

Ένας επόμενος στόχος στη ζωή σας, στην πορεία σας;

Οι στόχοι στη ζωή μου μπαίνουν ένας-ένας, σκαλί-σκαλί, και αυτό που με χαρακτηρίζει –μου το έμαθε η ίδια η ζωή– είναι η μεθοδικότητα και η συνέπεια. Έτσι σε αυτή τη φάση της ζωής μου, πρώτα ο Θεός, θέλω να δω τα παιδιά μου να πετύχουν, εγώ να τελειώσω το μυθιστόρημα που γράφω και να εκδοθεί, και στο εγγύς μέλλον ένα σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα...

Σας δίνω πέντε λέξεις, σας παρακαλώ κάντε μου ένα μικροδιήγημα σε 43 ακριβώς λέξεις, αυτοβιογραφικό ή μη: φύλλο, αέρας, κοχύλι, ρόλος και ποδήλατο.

Κολλημένο στον βράχο το κοχύλι ήθελε να γίνει ήρωας. Το άκουσε ο αέρας και του πήγε ένα φύλλο. Πήδησε πάνω. Λίγο πιο κάτω στην ακτή ένας συγγραφέας με ποδήλατο το είδε. «Θα σου δώσω ρόλο στο βιβλίο μου!» του είπε και το μάζεψε. Μ.Α.

Σας ευχαριστώ.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΣΕΝΑ


Αγαπητό μου παιδί, καλημέρα!

Εύχομαι να είσαι καλά στην υγεία σου τόσο εσύ όσο και οι δικοί σου αγαπημένοι άνθρωποι!
Πάνε δυο εβδομάδες που τα σχολεία είναι κλειστά, από σήμερα διανύουμε την τρίτη, και δεν σου κρύβω ότι αυτά που βιώνουμε το συγκεκριμένο διάστημα και μαθαίνουμε ότι συμβαίνουν γύρω μας και στον κόσμο δεν είναι πρωτόγνωρα μόνο για σένα αλλά και για μένα. Ποτέ στο παρελθόν δε θυμάμαι να έχει συμβεί κάτι ανάλογο. Ούτε σε περιόδους που το πολίτευμα της χώρας ήταν απολυταρχικό (δικτατορία) –υπήρχαν περιοριστικά μέτρα αλλά όχι έτσι.
Από την πιο περασμένη Δευτέρα ένα καινούριο moto έχει μπει στη ζωή μας: ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ, δυο λέξεις τόσο απλές μα και συνάμα, θα έλεγα, αγαπησιάρικες από τη φύση τους – και ποιος δε θέλει να έχει ένα ΣΠΙΤΙ και να μένει! Δεν συμφωνείς;

ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ και αυτό δεν είναι κάποια διαφημιστική καμπάνια. Τον τελευταίο καιρό, όπως πολύ καλά γνωρίζεις, ένας ατίθασος ιός, ένα τεντιμπόης, ο ιός με την κορώνα (Covit-19) κυκλοφορεί στους δρόμους και ο αθεόφοβος δεν έχει τσίπα επάνω του. Πάει και κάθεται παντού˙ στα έπιπλα, στα πόμολα, στα κινητά, κάνει βόλτα στα πάρκα και τις πλατείες, στα γήπεδα, στις παραλίες και στα πάσης φύσεως κέντρα αναψυχής, λες κι έχει ψυχή ο ίδιος και –άκουσον! άκουσον!– αρέσκεται να τρυπώνει και να στήνει τον θρόνο του στο βλεννογόνο μας. Ποιος τον έχρισε βασιλιά; Άκου ο ιός με την κορώνα! Μωρέ, άμα τον πιάσω στα χέρια μου θα του τη σπάσω τη ριμάδα – συγγνώμη, παραφέρθηκα!
ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ λοιπόν, διότι το πολυτιμότερο αγαθό στον άνθρωπο είναι η υγεία του˙ η δική μου, η δική σου, η υγεία των γύρω μας. Βέβαια, εσύ έχεις τη νιότη, έχεις και την ομορφιά, το αίμα σου βράζει και σίγουρα, κατά πως λένε οι γιατροί κι εκείνος ο πολύ ευγενής και συμπαθητικός κύριος με τα γυαλιά που βγαίνει και δίνει οδηγίες στην τηλεόραση, ο κύριος Τσιόρδας, εσύ δεν κινδυνεύεις και τόσο, ίσως ελάχιστα, από τον τεντιμπόη ιό. Και μπορεί –μακριά από όλους μας– να κολλήσεις και να μην παρουσιάσεις σύμπτωμα, αν όμως για κάποιο λόγο κολλήσεις, τότε σίγουρα θα το μεταδώσεις στους αγαπημένους σου, στη μαμά, στον μπαμπά, στη γιαγιά, στον παππού. Από αυτόν τον κορωναίο ιό, λένε οι γιατροί, κινδυνεύουν πολύ αυτοί που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες – τι σου τα λέω; τα ξέρεις.
Συγγνώμη, παιδάκι μου, που μ’ έπιασε η φλυαρία αλλά κάπου ήθελα να τα πω κι εγώ τόσες μέρες που είμαι στο σπίτι.

Τώρα θέλω να σου πω κι αυτό. Ο Covit-19 δεν είναι εχθρός, αν πάρουμε όλα τα μέτρα υγιεινής, μείνουμε σπίτι και κάνουμε ότι λένε οι ειδικοί, είναι ευκαιρία. Ναι, ευκαιρία! Δώσε βάση. Έχεις τόσο πολύ χρόνο στη διάθεσή σου που μπορείς, αν ψαχτείς μέσα σου –είναι σίγουρο ότι το έχεις κάνει ήδη– να ανακαλύψεις ένα σωρό πράγματα που σ’ αρέσουν να κάνεις και να γεμίσεις το χρόνο σου δημιουργικά. Μπορείς να ζωγραφίσεις, να διαβάσεις ένα λογοτεχνικό βιβλίο, να φτιάξεις κατασκευές, να εξασκήσεις τις φωνητικές σου χορδές ή τις φιγούρες χορού που πριν δεν είχες χρόνο να δοκιμάσεις, να φτιάξεις το αγαπημένο σου γλυκό, να τακτοποιείς καθημερινά το δωμάτιό σου σαν να είναι ένα έργο τέχνης, να βοηθήσεις τέλος τη μαμά ή τον μπαμπά που αυτές τις μέρες κάποιος απ’ τους δυο ή και οι δυο είναι σπίτι στις δουλειές του, να κάθεστε μαζί και να παίζετε επιτραπέζια, να κουβεντιάζετε, να σου πουν ιστορίες που δεν έτυχε ποτέ να σου πουν και να κάνεις ένα σωρό άλλα πράγματα που αυτή τη στιγμή εμένα μου διαφεύγουν αλλά εσύ έχεις ανακαλύψει.
     








ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ λοιπόν χωρίς αχ και βαχ και προσέχουμε!
Και να σου πω την πικρή μου αλήθεια –αυτό μεταξύ μας– μου έλειψες! Θέλω να πιστεύω πως σου έλειψα κι εγώ και σου έλειψε και το σχολείο. Σκέφτηκα λοιπόν για να μη χαθεί η μεταξύ μας σχέση και επικοινωνία να σου θυμίσω πως έχεις πολλές επιλογές και ερεθίσματα να αξιοποιήσεις και μέσα από τα βιβλία σου. Τόσα έχουμε κάνει και τόσους τρόπους σου έχω μάθει για να γεμίζεις τον ελεύθερο χρόνο σου. Να προπονείσαι με ευφάνταστες δράσεις και δραστηριότητες και ασκήσεις. Και που είσαι; Θα λαμβάνεις μικρά δωράκια κι από μένα και όταν με το καλό συναντηθούμε πάλι θα νιώθουμε σαν να μην έχουμε απομακρυνθεί ποτέ!
Σου εύχομαι λοιπόν καλή υγεία, να προσέχεις πολύ τον εαυτό σου και τους αγαπημένους σου και να γεμίζεις το χρόνο σου με θετική σκέψη και ενέργεια. Και φυσικά καλή αντάμωση!
Σε φιλώ με αγάπη!
Ο δάσκαλός σου


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στο BEAUTY DAYS WITH A BOOK


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ κ.ΜΕΡΚΟΥΡΙΟ ΑΥΤΖΗ, για το βιβλίο του «ΟΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΕΜΕΝΗ

 Καλημέρα σας, σήμερα στο BEAUTY DAYS WITH A BOOK φιλοξενούμε το συγγραφέα του βιβλίου «ΟΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΕΜΕΝΗ, τον κύριο ΑΥΤΖΗ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟ.






1)Κύριε Αυτζή, ευχαριστούμε που δεχτήκατε να μιλήσουμε και να γνωρίσουμε εσάς και το βιβλίο σας καλύτερα.


Γράφετε στο βιβλίο σας "Μα τα εμπόδια γύρω τους πολλά. Οι δρόμοι κλειστοί. Παντού συρματοπλέγματα και όπλα και καπνοί. Άγρια πρόσωπα, έτρεμε η γη...."

Ένα αντιπολεμικό παραμύθι με πρωταγωνιστές, την ελπίδα του κόσμου, τα παιδιά! Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο σας και πώς σας ήρθε η έμπνευση για αυτό το παραμύθι και ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να μεταφέρετε στους αναγνώστες σας.

Απ.: Θα θυμάστε, πριν πέντε χρόνια στην Ειδομένη του νομού Κιλκίς υπήρχε χώρος συγκέντρωσης προσφύγων. Ήταν χειμώνας καιρός και η κατάσταση που επικρατούσε ακριβώς ίδια με αυτή που περιγράφεται στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Αυτή ήταν η έμπνευση. Θέλησα λοιπόν Οι Χαρταετοί της Αγάπης να είναι η απάντηση προς όλους αυτούς που έχουν μετατρέψει το πόλεμο σε βιομηχανία, που σπέρνουν τη διχόνοια, και με τα όπλα τους δημιουργούν γενιές προσφύγων. Κι είναι τα παιδιά
οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, γιατί δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Τη γη, θυμίζω το ινδιάνικο γνωμικό, τη δανειστήκαμε από τα παιδιά μας. Και τα παιδιά, όπως πολύ σωστά το επισημαίνεται, είναι η ελπίδα του κόσμου. Στα παιδιά λοιπόν οφείλουμε να παραδώσουμε έναν κόσμο καλύτερο. Που να διαπνέεται από αισθήματα αλληλεγγύης και αγάπης, έναν κόσμο που να προοδεύει και να σέβεται, χωρίς να καταχράται και να καταπατά.

2)Αλήθεια γιατί γίνεται πόλεμος, γιατί υπάρχει δυστυχία και πείνα, γιατί; Ερωτήσεις που ακούμε συχνά όχι μόνο από τους μεγάλους άλλα όλο πιο συχνά και από τα παιδιά. Τι έχετε να μας πείτε;
Απ.: Όπως και στα περισσότερα παραμύθια, ιστορίες ή μυθιστορήματα έτσι κι εδώ το παιδί συγγραφέας είναι παρόν, ζει τα γεγονότα από μέσ και είναι ένας ή και όλοι οι ήρωες του βιβλίου. Συνεπώς, κι εγώ τις ίδιες απορίες έχω και τις θέτω σ’ όλους αυτούς που προκαλούν ή παράγουν πολέμους. Φαίνεται, πως η κακία περισσεύει στον κόσμο μας και οι ιθύνοντες έχουν πνίξει το παιδί μέσα τους. Πάντως, μία είναι η συνταγή, το φάρμακο γι’ αυτή την ασθένεια: η Αγάπη, το «Αγαπάτε Αλλήλους!»

3)Τι συμβολίζουν για εσάς οι χαρταετοί;

Απ.: Είναι το ελεύθερο πνεύμα και η ελευθερία γενικότερα. Το όνειρο που καταφέρνει να γίνει στόχος ζωής και κίνητρο για μια ειρηνική πρόοδο, ατομική και συλλογική.


4)Το βιβλίο σας έχει μια υπέροχη εικονογράφηση. Πείτε μας δυο λόγια για την εικονογράφο κα Λήδα Βαρβαρούση, που μας έδωσε υπέροχες εικόνες στο βιβλίο σας, μιλήστε μας για τη συνεργασία σας και πως φτάσατε σ’ αυτό το καταπληκτικό αποτέλεσμα.Απ.: Η Λήδα Βαρβαρούση πέρα από καλή φίλη και συγγραφέας –έχει πολλά δικά της βιβλία– είναι και εξαιρετική εικονογράφος. Η συνεργασία μας κρατάει είκοσι χρόνια και συνεπώς το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι το πρώτο μου που εικονογραφεί. Όσο για το
καταπληκτικό αποτέλεσμα που λέτε, ξέρω πως το κείμενό μου αυτό άγγιξε τις ευαίσθητες χορδές της και αυτή η ευαισθησία φαίνεται. Οι εικόνες είναι με πολλή αγάπη φιλοτεχνημένες. Επιπλέον μεταξύ μας υπήρξε γόνιμος διάλογος και αρμονική συνεργασία. Παρεμπιπτόντως, την ευχαριστώ πολύ για όλα.

5) Σε παιδιά τι ηλικίας απευθύνεται το βιβλίο σας; Πιστεύετε ότι τα παιδικά βιβλία πρέπει να διαβάζονται και από τους μεγάλους;
Απ.: Απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες από 7 χρονών και πάνω και φυσικά και σε όσους νιώθουν παιδιά. Και επειδή όλοι καταγόμαστε από την παιδική μας ηλικία, θεωρώ πως εμείς οι μεγάλοι που τις περισσότερες φορές έχουμε μόνο υποχρεώσεις και μόνο δίνουμε, είναι καιρός να σκύψουμε στο παιδί που έχουμε μέσα μας και να του δώσουμε όχι απλά το χώρο και το χρόνο να αναπνεύσει αλλά και αυτά που νοσταλγεί. Η συνομιλία μας με τους ήρωες ενός λογοτεχνικού βιβλίου για παιδιά μας μεταμορφώνει σε παιδιά, μας επαναφέρει στην πιο αγνή μας εκδοχή και ενεργοποιεί μέσα μας λειτουργίες που ίσως να έχουμε καταχωνιάσει˙την ενσυναίσθηση, την έγνοια για τον πλησίον, την ανιδιοτέλεια, την
αγάπη που δίνει και δεν περιμένει να πάρει.

6) Πείτε μας λίγα λόγια για εσάς. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά;
Απ.: Μάλλον η συγγραφή υπήρχε στη ζωή μου από τα χρόνια της εφηβείας χωρίς βέβαια να καταλαβαίνω τι κάνω. Θυμάμαι, εσωστρεφής καθώς ήμουν, σκάρωνα διάφορα ποιήματα και μικρές ιστορίες για μένα. Με τη λογοτεχνία όμως δεν είχα σχέση. Ύστερα, σαν έγινα δάσκαλος, γνώρισα και αγάπησα το θέατρο και για τις ανάγκες της εκάστοτε τάξης μου άρχισα να αναζητώ και να διασκευάζω θεατρικά κείμενα, τα οποία ανεβάζαμε με τα παιδιά επί σκηνής. Έτσι, λίγο αργότερα, πριν 28 χρόνια, όταν αποσπάστηκα σε ελληνικό σχολείο της Γερμανίας και η ζωή μου άλλαξε –ξαφνικά από την ξεγνοιασιά του ήλιου βρέθηκα στον
εγκλεισμό της συννεφιάς– για να εκτονώνομαι έκανα αυτό που είχα μάθει. Επιχείρησα να γράψω το δικό μου θεατρικό έργο για παιδιά. Ένα έργο που μετά από μήνες απέσπασε διάκριση από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά και τελικά με βοήθησε να αντιληφθώ πόσο πολύ μου άρεσε να γράφω. Ακόμα όμως είχα τους ενδοιασμούς μου και χρειάστηκε να λάβω άλλες δύο διακρίσεις από τον ίδιο φορέα για να πιστέψω πως αυτό που αγαπούσα κι έκανα με πολύ μεράκι άρεσε και στους άλλους. Στο μεταξύ άρχισα να αναζητώ και να διαβάζω διάφορα λογοτεχνικά βιβλία Ελλήνων συγγραφέων. Το ταξίδι της ανάγνωσης με
είχε συνεπάρει και τα βιβλία αυτά δεν τα διάβαζα μόνο, τα μελετούσα.
Τότε ήταν που βρέθηκαν στο δρόμο μου τα βιβλία της Λότης Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, της Κίρας Σίνου, της Άλκης Ζέη, της Λίτσας Ψαραύτη, της Γαλάτειας Σουρέλη, του Μάνου Κοντολέων, της  Αγγελικής Βαρελλά. Η ζωή μου είχε πια αλλάξει οριστικά. Και νιώθω
ευτυχής που όλοι οι παραπάνω στα χρόνια που ακολούθησαν καθώς και πολλοί άλλοι αξιόλογοι συγγραφείς μας μπήκαν στη ζωή μου όχι μόνο με τα βιβλία τους αλλά και ως οντότητες. Η Αγγελική Βαρελλά βάφτισε τα παιδιά μου, η Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου ήταν η μέντοράς μου για πάνω από δέκα χρόνια, πολλοί άλλοι είναι καλοί μου φίλοι. Και δεν μπορώ να μην αναφέρω την αγάπη για την επιστήμη της Λογοτεχνίας
που μου μεταλαμπάδευσε η πανεπιστημιακή μου δασκάλα, η κ. Άντα Κατσίκι Γκίβαλου, τα χρόνια των μεταπτυχιακών μου σπουδών. Κάπως έτσι έφτασα στο σήμερα κι εύχομαι να γράφω για πολλά χρόνια ακόμα.

7) Από πόσο νωρίς πρέπει να φέρνουμε τα παιδιά σε επαφή με τα βιβλία και με ποιον τρόπο;

Απ.: Από την στιγμή της εγκυμοσύνης διαβάζοντας φωναχτά. Και ο τρόπος είναι ένας: η ενεργή συμμετοχή μας και το καλό παράδειγμα. Ο γονιός ειδικά τα πρώτα χρόνια είναι πρότυπο μίμησης για το παιδί του και άρα δεν μπορεί να περιμένει ή και να απαιτεί από αυτό να διαβάσει όταν ο ίδιος δεν έχει σχέση με τα βιβλία. Δεν γίνεται έτσι. Αν το παιδί του διαβάσει, κάτι που είναι πιθανό, δεν θα το έχει προκαλέσει εκείνος.


8) Εσείς στα παιδικά σας χρόνια διαβάζατε παραμύθια; Ποιο είναι το παραμύθι που θυμάστε και για ποιο λόγο;
Απ.: Εκείνη την εποχή στην αγροτική περιοχή και την κλειστή κοινωνία όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα τα λογοτεχνικά βιβλία ήταν πολυτέλεια. Μας ήταν άγνωστα. Και κανείς δεν νοιαζόταν, ούτε στο σχολείο είχαμε. Τα μόνα που κυκλοφορούσαν τότε στα περίπτερα ήταν τα κόμικς. Αυτά ήταν και τα πρώτα μου διαβάσματα. Και θυμάμαι έντονα τη δίψα μου
να διαβάσω παρακάτω τον Λούκυ Λουκ, τον Μικρό Σερίφη, τον Μπλεκ… Διάβαζα επίσης και κάποια κλασσικά εικονογραφημένα, όσα έπεφταν στα χέρια μου.
9) Αρκετοί από εμάς συνηθίζουμε να κάνουμε δώρο στα παιδιά βιβλία. Ποια νομίζεται ότι είναι τα κριτήρια για να επιλέξουμε ένα καλό παιδικό βιβλίο.
Απ.: Για να επιλέξουμε ένα καλό βιβλίο οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την ηλικία των παιδιών, το μαθησιακό-γνωστικό τους επίπεδο, τις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντά τους, τις αναγνωστικές τους εμπειρίες, το ύφος και την ποιότητα των λογοτεχνικών κειμένων. Ο γόνιμος διάλογος με τα παιδιά μας είναι επίσης προϋπόθεση. Ένα ποιοτικόβιβλίο πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά: 
α) να είναι καλογραμμένο, σφιχτό, με γλώσσα που ρέει,
 β) να συνεπαίρνει τον αναγνώστη από την πρώτη σελίδα, 
γ) να προκαλεί και να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον, 
δ) να μιλάει στο παιδί με ειλικρίνεια και όχι με ασάφειες, 
ε) να το οδηγεί αβίαστα και σταδιακά στα μονοπάτια της υπόθεσης, 
στ) να συγκινεί και γενικά να ερεθίζει τα συναισθήματα, 
ζ)να παρέχει γνώσεις χωρίς διδακτισμό,
 η) να προβάλλει φυσικά και αβίαστα πρότυπα μίμησης και 
θ) να γίνεται αντικείμενο και μέσο αισθητικής απόλαυσης.

10) Σκέψεις για επόμενο βιβλίο; Θα δούμε σύντομα κάτι διαφορετικό από εσάς ή ακόμη μια ιστορία για παιδιά; Τι ετοιμάζετε;

Απ.: Ο συγγραφέας, όπως και ο αθλητής που θέλει να πρωταγωνιστεί, βρίσκεται συνεχώς στο προπονητήριό του και προπονείται. Κι ακόμα και να μην γράφει κάτι συγκεκριμένο ασκείται. Έτσι κι εγώ, γράφω ασταμάτητα, κάποιες φορές πολλά και διαφορετικά μαζί. Τώρα τελευταία έχω ανοίξει διάφορα μέτωπα και περιστασιακά, ανάλογα με τη διάθεση και την έμπνευση, πιάνω πότε το ένα και πότε το άλλο. Και ταυτόχρονα σε καθημερινή βάση παλεύω με τις λέξεις και τους ήρωες σ’ ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα, σ’ ένα μυθιστόρημα, που όταν πάρει την οριστική του μορφή και γίνει βιβλίο, εσείς οι ενήλικες θα είστε οι αναγνώστες του. Ως τότε όμως έχουμε καιρό, καλά να είμαστε.

Κλείνοντας θέλω να σας ευχαριστήσω για την όμορφη συζήτηση μας, πείτε μας όμως πού και πώς μπορούμε να βρούμε το βιβλίο σας; Πώς μπορούν οι αναγνώστες να επικοινωνήσουν μαζί σας;
Απ.: Οι Χαρταετοί της Αγάπης, όπως το επισημαίνετε κι εσείς στην αρχή της κουβέντας μας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη – με την ευκαιρία να ευχαριστήσω στο σημείο αυτό την εκδότριά μου, την κ. Κατερίνα Καρατζά, για την εμπιστοσύνη της και το εξαιρετικά καλαίσθητο αποτέλεσμα που έδωσε στο βιβλίο. Όσο για το βιβλίο θα το βρείτε εύκολα σε όλα τα βιβλιοπωλεία είτε στα ράφια τους είτε κατόπιν παραγγελίας, αλλά και στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία και στο site των εκδόσεων με ηλεκτρονική αγορά.
Η επικοινωνία μαζί μου είναι επίσης εύκολη. Μπορείτε να με βρείτε είτεστη διεύθυνσή μου στο fb: https://www.facebook.com/merkourios.aytzis είτε στο ιστολόγιό μου http://merkouriosaytzis.psichogios.gr/
Σας ευχαριστώ!
 
 ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Οι Χαρταετοί της Αγάπης
Μερκούριος Αυτζής
Εικονογράφηση:
Λήδα Βαρβαρούση
Για παιδιά 7+ ετών
Κόκκινη Κλωστή Δεμένη

Πέρα στον ορίζοντα άνδρες, γυναίκες και παιδιά πασχίζουν να φτάσουνε τον ήλιο, μα όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί. Παντού συρματοπλέγματα, όπλα, καπνοί. Ώσπου μια χαραμάδα φως σκίζει στα δυο τη συννεφιά. Όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται πως στις αυλές τους βρίσκονται μικρά παιδιά. Μαζί τους έχουν και χαρταετούς, που κατακλύζουνε τους ουρανούς. Και ξακουστούς ήρωες παραμυθιών, που σκορπίζουνε χαρά και ελπίδα. Κι είναι τόσο πολλοί οι χαρταετοί, που προσγειώνονται ανάμεσα στα χαλάσματα και διαλύουν τα σύννεφα πολέμου. Και τ’ όνειρο είναι τόσο ζωντανό, που την άλλη μέρα βγαίνουν όλοι με ανυπομονησία από τα σπίτια...

Ένα αντιπολεμικό παραμύθι για μια διαφορετική γιορτή χαρταετών και την αγάπη που φωλιάζει στις καρδιές των παιδιών... μεγάλων και μικρών!

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

Μερκούριος Αυτζής, συγγραφέας: Τιράντες με πείσμα

Σ
τον Μαραθώνα στα χρόνια της δικτατορίας μας μεταφέρει το μυθιστόρημα για παιδιά και νέους του δάσκαλου και συγγραφέα Μερκούριου Αυτζή «Τιράντες με πείσμα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός.Μια παρέα παιδιών βρίσκει τον δικό της τρόπο να αντισταθεί, παίζοντας συχνά ακόμη και με τον κίνδυνο. Μέσα σε ένα αστυνομοκρατούμενο και ασφυκτικό περιβάλλον θα κερδίσει τον δικό της χώρο ελευθερίας.
Μέσα στο βιβλίο, το οποίο περιλαμβάνει κι ένα χρονολόγιο στο παράρτημά του, ζούμε τα σημαντικά γεγονότα της εποχής μέσα από τα μάτια των μικρών πρωταγωνιστών. Καλογραμμένο, συναρπαστικό με γνώση της παιδικής ηλικίας, μέσα στην πολλαπλότητά της, το μυθιστόρημα αυτό πιστεύω πως είναι πολύ σημαντικό και χρήσιμο σε μια εποχή που η κοινωνία τείνει να ξεχάσει τι ακριβώς είχε συμβεί ανάμεσα στο 1967 και το 1974…
Πολλοί προσπαθούν να εξωραΐσουν τη δικτατορία, ενώ δεν διστάζουν να εκφράσουν ακόμη και τον θαυμασμό τους! Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας τη μορφή της νεανικής περιπέτειας δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Ζωντανεύει πραγματικά εκείνη την εποχή. Για όσους έχουμε ζήσει τότε τα παιδικά ή τα εφηβικά τους χρόνια, το μυθιστόρημα αυτό έρχεται να μας θυμίσει τα όσα τότε μας έπνιγαν, αλλά και όσα ονειρευόμασταν.
Με σύμβολο τις τιράντες, τα ανυπότακτα παιδιά του Μερκούριου Αυτζή μας δίνουν κι ένα μήνυμα αντίστασης: Κανένας αγώνας για την ελευθερία δεν είναι άχρηστος…
Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την περίοδο της δικτατορίας;
Από τον Απρίλη του ’67 που ήμουν βρέφος και μέχρι που πήγα σχολείο ελάχιστες εικόνες έμειναν καθαρές στη μνήμη μου. Κι όμως στο μικρό χωριό όπου γεννήθηκα οι σκιές του εμφυλίου στοίχειωναν ακόμα τις αυλές μας, από το κέντρο των πολιτικών αποφάσεων, την Αθήνα, έφτανε μόνο ο φανατισμός της πολιτικής σκηνής κι εγώ σαν πήγα σχολείο έμαθα αυτά να τα ξεχωρίζω στα πρόσωπα των συγχωριανών μου. Όμως μου ήταν αδύνατο να κατανοήσω γιατί οι άνθρωποι να μην είναι αγαπημένοι και μαζί να εργάζονται για το κοινό καλό. Από τα τελευταία χρόνια της επταετίας θυμάμαι έντονα τα «σώπα!» και τα «μη!» του πατέρα αλλά και τον φόβο των μεγάλων να εκφραστούν ανοιχτά. Αυτά συν η φτώχεια, οι λάσπες, το σκοτάδι, οι σκιές, τα μπαλωμένα παντελόνια και τα αυτοσχέδια παιχνίδια μας (οι σφεντόνες, τα ξύλινα όπλα και σπαθιά κι ένα σωρό άλλα) με έκαναν να βλέπω με σεβασμό και αγάπη όσα έζησα τότε. Κι ύστερα, μεγάλος πια, σαν έπιασα να σκαρώνω ιστορίες και να τις βάζω στα βιβλία, από τον πρώτον καιρό, ήθελα να μιλήσω για τα χρόνια αυτά. Όμως δεν ήταν εύκολο ούτε απλό. Ώσπου ήρθε η έμπνευση και μπόλιασε όλα όσα είχα εντός μου…
Γνωρίζουν τα παιδιά την πρόσφατη ιστορία μας;
Σίγουρα υπάρχει σύγχυση και πολλά παιδιά στην ερώτηση τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου μπορεί να απαντήσουν το «Όχι» που είπαμε στους Τούρκους ή τι γιορτάζουμε στις 17 Νοέμβρη να πουν το Πολυτεχνείο, χωρίς να γνωρίζουν λεπτομέρειες. Όμως δεν φταίνε αυτά. Τα σχολικά βιβλία είναι συμπυκνωμένα και κακογραμμένα και οι αναφορές στην πρόσφατη ιστορία ελάχιστες. Το Αλβανικό Έπος για παράδειγμα στριμώχνεται σ’ ένα μόνο κεφάλαιο, το ίδιο και η Κατοχή, και τα παιδιά δυσκολεύονται να τα κατανοήσουν. Γιατί ούτε οι γονείς ασχολούνται με την Ιστορία και ελάχιστοι διαβάζουν.
Πώς εμπνεύσθηκες την υπόθεση και τις… τιράντες;
«Δεν υπάρχουν θέματα απαγορευμένα ή θέματα ταμπού. Όλα μπορούμε να τα θίξουμε στα παιδιά. Αυτό που διαφοροποιείται είναι ο τρόπος με τον οποίο τα θίγουμε»
Η έμπνευση ομολογουμένως είναι ένα μυστήριο ή καλύτερα περικλείει μυστήριο. Και ως μυστήριο χρειάζεται κάποιο ερέθισμα, ένα φιτίλι, για να προκαλέσει την απαιτούμενη μα γόνιμη έκρηξη στο μυαλό και την καρδιά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα υπήρχε εντός μου από χρόνια, το ερέθισμα όμως που το πυροδότησε ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός ζευγαριού μεσαίας ηλικίας την εποχή της δικτατορίας και μια ζωντανή εικόνα τεσσάρων παιδιών που ψάρευαν και όλο ψάρευαν και ενός κοριτσιού που έκανε με τα ακροδάχτυλα των ποδιών της σχήματα στην άμμο λίγο πριν σκάσει το κύμα. Έτσι οι τιράντες απέκτησαν σάρκα και οστά. Αν και φτηνό ενδυματολογικό εξάρτημα, χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς και από μικρούς και από μεγάλους. Και χάρη στην ελαστικότητά τους και τη δύναμη που εσωκλείουν μπορούν να έχουν διάφορες χρήσεις˙ να συγκρατούν το παντελόνι αλλά και να γίνουν παιχνίδι και σφεντόνες στα χέρια των παιδιών. Εμείς τα παιδιά –κάποια από εμάς– τις φορούσαμε τότε και όποτε ξεμέναμε από λάστιχα φτιάχναμε τις τιράντες μας σφεντόνες.
Υπάρχουν μέσα κάποια δικά σου βιώματα;
Το προσωπικό βίωμα αναπόφευκτα διεισδύει σε όλα μου τα κείμενα. Και στις «Τιράντες με πείσμα» υπάρχουν αρκετά τόσο στο εισαγωγικό σημείωμα και στον επίλογο όσο και στον κυρίως κορμό του κειμένου. Όμως το βίωμα δεν μπαίνει ακατέργαστο. Όπως ο γλύπτης παίρνει το ξύλο, την πέτρα ή το μάρμαρο και το μεταμορφώνει σε έργο τέχνης, έτσι και το βίωμα με την κατάλληλη επεξεργασία (μυθοπλασία) ξεφεύγει από τα στενά όρια του εγώ, του ατόμου δηλαδή που το βίωσε, και αποκτά οικουμενικότητα. Στην περίπτωση αυτή το βίωμα και τα όποια αυτοβιογραφικά στοιχεία μπορεί να τα εντοπίσει μόνο κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά τον μυθοπλάστη δημιουργό.
Η επιλογή του Μαραθώνα έχει και κάποιον συμβολικό χαρακτήρα;
Για πολλά χρόνια ο Τύμβος του Μαραθώνα, αυτός ο μικρός οικισμός με την ήσυχη παραλία και τα γραφικά μαγαζάκια του, ήταν ο τόπος των διακοπών μας. Κι είναι η θετική του ενέργεια που μας κάνει όλους στην οικογένεια να τον σκεφτόμαστε ακόμα με αγάπη. Η ιστορία του αναμφισβήτητα τεράστια. Το μικρό ψαροχώρι έγινε πριν από αιώνες το πεδίο όπου οι λίγοι νίκησαν τους πολλούς, ο πολιτισμός επικράτησε της βαρβαρότητας. Και ναι, για αυτή την συμβολική αξία αλλά και για την αγάπη που του έχουμε έγινε ο μυθιστορηματικός τόπος δράσης ενάντια στην δικτατορία.
Πιστεύεις πως μπορούμε να διαπραγματευόμαστε τέτοια δύσκολα θέματα απευθυνόμενοι στα παιδιά;
Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν θέματα απαγορευμένα ή θέματα ταμπού. Όλα μπορούμε να τα θίξουμε στα παιδιά. Αυτό που διαφοροποιείται είναι ο τρόπος με τον οποίο τα θίγουμε. Κι ο τρόπος εξαρτάται κυρίως από την ηλικιακή ομάδα στην οποία ανήκει το παιδί αναγνώστης μας. Ο λόγος μας λοιπόν γίνεται ανάλογος με την αντιληπτική ικανότητα, την ηλικία και το γνωστικό επίπεδο του παιδιού. Όσο για την δικτατορία των συνταγματαρχών είναι κι αυτή ένα κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας μας και, ασχέτως εάν είναι μια μαύρη σελίδα, οι εκπαιδευτικοί μιλάμε γι’ αυτήν στα παιδιά από το νηπιαγωγείο.

Από Κώστας Στοφόρος, 22/11/2019, Δρόμος της Αριστεράς