Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Μερκούριος Αυτζής, συγγραφέας: Τιράντες με πείσμα

Σ
τον Μαραθώνα στα χρόνια της δικτατορίας μας μεταφέρει το μυθιστόρημα για παιδιά και νέους του δάσκαλου και συγγραφέα Μερκούριου Αυτζή «Τιράντες με πείσμα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός.Μια παρέα παιδιών βρίσκει τον δικό της τρόπο να αντισταθεί, παίζοντας συχνά ακόμη και με τον κίνδυνο. Μέσα σε ένα αστυνομοκρατούμενο και ασφυκτικό περιβάλλον θα κερδίσει τον δικό της χώρο ελευθερίας.
Μέσα στο βιβλίο, το οποίο περιλαμβάνει κι ένα χρονολόγιο στο παράρτημά του, ζούμε τα σημαντικά γεγονότα της εποχής μέσα από τα μάτια των μικρών πρωταγωνιστών. Καλογραμμένο, συναρπαστικό με γνώση της παιδικής ηλικίας, μέσα στην πολλαπλότητά της, το μυθιστόρημα αυτό πιστεύω πως είναι πολύ σημαντικό και χρήσιμο σε μια εποχή που η κοινωνία τείνει να ξεχάσει τι ακριβώς είχε συμβεί ανάμεσα στο 1967 και το 1974…
Πολλοί προσπαθούν να εξωραΐσουν τη δικτατορία, ενώ δεν διστάζουν να εκφράσουν ακόμη και τον θαυμασμό τους! Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας τη μορφή της νεανικής περιπέτειας δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Ζωντανεύει πραγματικά εκείνη την εποχή. Για όσους έχουμε ζήσει τότε τα παιδικά ή τα εφηβικά τους χρόνια, το μυθιστόρημα αυτό έρχεται να μας θυμίσει τα όσα τότε μας έπνιγαν, αλλά και όσα ονειρευόμασταν.
Με σύμβολο τις τιράντες, τα ανυπότακτα παιδιά του Μερκούριου Αυτζή μας δίνουν κι ένα μήνυμα αντίστασης: Κανένας αγώνας για την ελευθερία δεν είναι άχρηστος…
Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την περίοδο της δικτατορίας;
Από τον Απρίλη του ’67 που ήμουν βρέφος και μέχρι που πήγα σχολείο ελάχιστες εικόνες έμειναν καθαρές στη μνήμη μου. Κι όμως στο μικρό χωριό όπου γεννήθηκα οι σκιές του εμφυλίου στοίχειωναν ακόμα τις αυλές μας, από το κέντρο των πολιτικών αποφάσεων, την Αθήνα, έφτανε μόνο ο φανατισμός της πολιτικής σκηνής κι εγώ σαν πήγα σχολείο έμαθα αυτά να τα ξεχωρίζω στα πρόσωπα των συγχωριανών μου. Όμως μου ήταν αδύνατο να κατανοήσω γιατί οι άνθρωποι να μην είναι αγαπημένοι και μαζί να εργάζονται για το κοινό καλό. Από τα τελευταία χρόνια της επταετίας θυμάμαι έντονα τα «σώπα!» και τα «μη!» του πατέρα αλλά και τον φόβο των μεγάλων να εκφραστούν ανοιχτά. Αυτά συν η φτώχεια, οι λάσπες, το σκοτάδι, οι σκιές, τα μπαλωμένα παντελόνια και τα αυτοσχέδια παιχνίδια μας (οι σφεντόνες, τα ξύλινα όπλα και σπαθιά κι ένα σωρό άλλα) με έκαναν να βλέπω με σεβασμό και αγάπη όσα έζησα τότε. Κι ύστερα, μεγάλος πια, σαν έπιασα να σκαρώνω ιστορίες και να τις βάζω στα βιβλία, από τον πρώτον καιρό, ήθελα να μιλήσω για τα χρόνια αυτά. Όμως δεν ήταν εύκολο ούτε απλό. Ώσπου ήρθε η έμπνευση και μπόλιασε όλα όσα είχα εντός μου…
Γνωρίζουν τα παιδιά την πρόσφατη ιστορία μας;
Σίγουρα υπάρχει σύγχυση και πολλά παιδιά στην ερώτηση τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου μπορεί να απαντήσουν το «Όχι» που είπαμε στους Τούρκους ή τι γιορτάζουμε στις 17 Νοέμβρη να πουν το Πολυτεχνείο, χωρίς να γνωρίζουν λεπτομέρειες. Όμως δεν φταίνε αυτά. Τα σχολικά βιβλία είναι συμπυκνωμένα και κακογραμμένα και οι αναφορές στην πρόσφατη ιστορία ελάχιστες. Το Αλβανικό Έπος για παράδειγμα στριμώχνεται σ’ ένα μόνο κεφάλαιο, το ίδιο και η Κατοχή, και τα παιδιά δυσκολεύονται να τα κατανοήσουν. Γιατί ούτε οι γονείς ασχολούνται με την Ιστορία και ελάχιστοι διαβάζουν.
Πώς εμπνεύσθηκες την υπόθεση και τις… τιράντες;
«Δεν υπάρχουν θέματα απαγορευμένα ή θέματα ταμπού. Όλα μπορούμε να τα θίξουμε στα παιδιά. Αυτό που διαφοροποιείται είναι ο τρόπος με τον οποίο τα θίγουμε»
Η έμπνευση ομολογουμένως είναι ένα μυστήριο ή καλύτερα περικλείει μυστήριο. Και ως μυστήριο χρειάζεται κάποιο ερέθισμα, ένα φιτίλι, για να προκαλέσει την απαιτούμενη μα γόνιμη έκρηξη στο μυαλό και την καρδιά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα υπήρχε εντός μου από χρόνια, το ερέθισμα όμως που το πυροδότησε ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός ζευγαριού μεσαίας ηλικίας την εποχή της δικτατορίας και μια ζωντανή εικόνα τεσσάρων παιδιών που ψάρευαν και όλο ψάρευαν και ενός κοριτσιού που έκανε με τα ακροδάχτυλα των ποδιών της σχήματα στην άμμο λίγο πριν σκάσει το κύμα. Έτσι οι τιράντες απέκτησαν σάρκα και οστά. Αν και φτηνό ενδυματολογικό εξάρτημα, χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς και από μικρούς και από μεγάλους. Και χάρη στην ελαστικότητά τους και τη δύναμη που εσωκλείουν μπορούν να έχουν διάφορες χρήσεις˙ να συγκρατούν το παντελόνι αλλά και να γίνουν παιχνίδι και σφεντόνες στα χέρια των παιδιών. Εμείς τα παιδιά –κάποια από εμάς– τις φορούσαμε τότε και όποτε ξεμέναμε από λάστιχα φτιάχναμε τις τιράντες μας σφεντόνες.
Υπάρχουν μέσα κάποια δικά σου βιώματα;
Το προσωπικό βίωμα αναπόφευκτα διεισδύει σε όλα μου τα κείμενα. Και στις «Τιράντες με πείσμα» υπάρχουν αρκετά τόσο στο εισαγωγικό σημείωμα και στον επίλογο όσο και στον κυρίως κορμό του κειμένου. Όμως το βίωμα δεν μπαίνει ακατέργαστο. Όπως ο γλύπτης παίρνει το ξύλο, την πέτρα ή το μάρμαρο και το μεταμορφώνει σε έργο τέχνης, έτσι και το βίωμα με την κατάλληλη επεξεργασία (μυθοπλασία) ξεφεύγει από τα στενά όρια του εγώ, του ατόμου δηλαδή που το βίωσε, και αποκτά οικουμενικότητα. Στην περίπτωση αυτή το βίωμα και τα όποια αυτοβιογραφικά στοιχεία μπορεί να τα εντοπίσει μόνο κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά τον μυθοπλάστη δημιουργό.
Η επιλογή του Μαραθώνα έχει και κάποιον συμβολικό χαρακτήρα;
Για πολλά χρόνια ο Τύμβος του Μαραθώνα, αυτός ο μικρός οικισμός με την ήσυχη παραλία και τα γραφικά μαγαζάκια του, ήταν ο τόπος των διακοπών μας. Κι είναι η θετική του ενέργεια που μας κάνει όλους στην οικογένεια να τον σκεφτόμαστε ακόμα με αγάπη. Η ιστορία του αναμφισβήτητα τεράστια. Το μικρό ψαροχώρι έγινε πριν από αιώνες το πεδίο όπου οι λίγοι νίκησαν τους πολλούς, ο πολιτισμός επικράτησε της βαρβαρότητας. Και ναι, για αυτή την συμβολική αξία αλλά και για την αγάπη που του έχουμε έγινε ο μυθιστορηματικός τόπος δράσης ενάντια στην δικτατορία.
Πιστεύεις πως μπορούμε να διαπραγματευόμαστε τέτοια δύσκολα θέματα απευθυνόμενοι στα παιδιά;
Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν θέματα απαγορευμένα ή θέματα ταμπού. Όλα μπορούμε να τα θίξουμε στα παιδιά. Αυτό που διαφοροποιείται είναι ο τρόπος με τον οποίο τα θίγουμε. Κι ο τρόπος εξαρτάται κυρίως από την ηλικιακή ομάδα στην οποία ανήκει το παιδί αναγνώστης μας. Ο λόγος μας λοιπόν γίνεται ανάλογος με την αντιληπτική ικανότητα, την ηλικία και το γνωστικό επίπεδο του παιδιού. Όσο για την δικτατορία των συνταγματαρχών είναι κι αυτή ένα κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας μας και, ασχέτως εάν είναι μια μαύρη σελίδα, οι εκπαιδευτικοί μιλάμε γι’ αυτήν στα παιδιά από το νηπιαγωγείο.

Από Κώστας Στοφόρος, 22/11/2019, Δρόμος της Αριστεράς

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

ΤΙΡΑΝΤΕΣ ΜΕ ΠΕΙΣΜΑ, ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΝΗΣ ΚΑΝΑΤΣΟΥΛΗ*

Βιβλιοκριτική ΜένηςΚανατσούλη, καθηγήτριας Παιδικής Λογοτεχνίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Για το βιβλίο του Μερκούριου Αυτζή: Τιράντες με πείσμα, Ψυχογιός 2019.


Σε ένα βιβλίο που το παίρνεις για πρώτη φορά στα χέρια σου, το πρώτο που κάνεις είναι να ρίξεις μια ματιά στα παρακειμενικά στοιχεία. Ο τίτλος είναι βέβαια το πρώτο που προσέχουμε και όταν στον τίτλο διαβάζουμε Τιράντες με πείσμα, εάν θελήσουμε να σκεφτούμε λογικά, υπάρχει κάτι το ανορθόδοξο: είναι δυνατόν οι τιράντες να έχουν πείσμα; Την απάντηση θα μας τη δώσει το βιβλίο του Μερκούρη Αυτζή που φέρει αυτόν το φαινομενικά παράδοξο τίτλο. Είναι το όνομα που μια ομάδα παιδιών έδωσε στον εαυτό της, μια ομάδα παιδιών που μέσα από τα παιχνίδιά τους και την αφέλεια της ηλικίας τους κάνουν τις πρώτες αντιστασιακές ενέργειες κατά των φερεφώνων –στον τόπο τους, το Μαραθώνα- της 7ετούς Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, στην Ελλάδα. Αυτοί οι ευφάνταστοι τίτλοι συνεχίζονται και στους τίτλους των κεφαλαίων: Τιράντες με πείσμα ή πώς φτιάξαμε τη δική μας Φιλική Εταιρεία, Τιράντες τεντωμένες ποτέ νικημένες, Ο Δικτάτορας, ο ιπποκόμος και ο κεφάλας γάιδαρός του, κ.λπ.
Έχει ενδιαφέρον όμως και η αφιέρωσή του βιβλίου στην Αγγελική Βαρελλά κι έτσι πολύ εύκολα ο αναγνώστης κάνει τη σύνδεση ανάμεσα στη βασική ηρωίδα του βιβλίου, την Αγγελική Καρελλά (με αναγραμματισμό  στο επώνυμο) και τη συγγραφέα. Μόνο που την Αγγελική Καρελλά την παρακολουθούμε αρχικά να είναι μεγάλη γυναίκα, νονά πια, και να εξιστορεί στα βαπτιστήρια της τις περιπέτειές της ως παιδί κατά την περίοδο της Δικτατορίας. Με φλας-μπακ γυρνάμε στον παρελθόν της και μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο συναντούμε την Καρελλά και πάλι ενήλικη. Στην τριμερή λοιπόν ηλικιακή διαίρεση της αφηγηματικής οπτικής της ηρωίδας μας: ενήλικη-παιδί-ενήλικη αντιστοιχεί πολύ ισορροπημένα η διαίρεση της ιστορίας σε πρόλογο-κυρίως μέρος-επίλογο.
Μολονότι η υπόθεση αφορά ιστορικά γεγονότα, όμως αυτά διανθίζονται από τα παιχνίδια των παιδιών, τις περιπλανήσεις τους στη φύση, τη μυρωδιά της θάλασσας και τις ασχολίες των κατοίκων στη θάλασσα, την πανδαισία του τοπίου, κυρίως την αφέλεια των παιδιών να παίζουν και ταυτόχρονα να αντιστέκονται προσπαθώντας να κλέψουν την «κουτσομπόλα», το βιβλίο-καρφί του Θείου Βρασίδα (όπου καταγράφει –για να καταδώσει- τις πράξεις συμπολιτών του), αλλά και προσπαθώντας να ανακαλύψουν τον κλέφτη των βιβλίων του Ιταλού φίλου τους, Φραντζέσκο. Έτσι, κάπου-κάπου η πλοκή παίρνει και μια αστυνομική τροπή, της εξιχνίασης της κλοπής των βιβλίων.
Όμως, όσο και αν μια λογοτεχνική ιστορία έχει τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων της –των παιδιών-ηρώων της, εδώ- αναρωτιόμαστε τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει ένα ακόμη βιβλίο για τη χούντα; Πόσο μάλλον, όταν φαίνεται ότι ο συγγραφέας κουβαλάει βιώματα και μνήμες οικογενειακές φορτισμένες συναισθηματικά και με υποκειμενικότητα; Γιατί να γραφτεί για μια φορά ακόμη μια ιστορία που προσπαθεί να συγκεράσει την αντικειμενικότητα με την οποία πρέπει να γράφεται η Ιστορία με το συναισθηματισμό του βιώματος; Αν και κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο Αυτζής δεν θέλει να γράψει Ιστορία αλλά θέλει να κάνει μυθοπλασία μέσα στην οποία οι κατασκευασμένοι ήρωές του συναντιούνται με την Ιστορία αλλά και με τις ιστορίες τους.
Όμως, από μια πρόχειρη έρευνα που έκανα, δεν έχουν γραφτεί τελικά τόσο πολλά βιβλία για παιδιά αναφορικά με την περίοδο της Χούντας: εκτός από τα Γενέθλια της Ζωρζ Σαρή, τη Σφεντόνα του Δαβίδ του Παντελή Καλιότσου, το Οι πελαργοί θα ξανάρθουν της Μαρούλας Κλιάφα, κάποιες σελίδες εδώ και κει της Άλκης Ζέη δεν μου έρχεται στο μυαλό κάποιο άλλο σημαντικό βιβλίο σχετικό με την περίοδο αυτή.
Ο Αυτζής λοιπόν, θέλει –περισσότερο ενεργώντας και ως εκπαιδευτικός που είναι- να μεταβιβάσει τη γνώση του για την περίοδο αυτή στα παιδιά, ταυτόχρονα όμως καταφέρνει και κινείται με επιτυχία σε ένα διακειμενικό λογοτεχνικό σύμπαν προκαλώντας έτσι τα παιδιά-αναγνώστες να κάνουν τις δικές τους διακειμενικές διασυνδέσεις: έτσι, εκτός από την ταύτιση της Αγγελικής Καρελλά με τη συγγραφέα, συνδέουμε επίσης την Καρελλά που είναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου με το νονό της ηρωίδας στα Γενέθλια ή τον αγωνιστή θείο Φαίδωνα με τον αντίστοιχο θείο των κοριτσιών στο Καπλάνι της βιτρίνας, ακόμη-ακόμη και στην μικρή Αγγελική που της αρέσει να παίζει με αγόρια βρίσκουμε ένα alter ego της Άννας από το Αυγουστιάτικο φεγγάρι της Μάστορη.
Αυτό που αποτελεί την κατ’ εξοχήν καινοτομία του βιβλίου είναι ότι μας κάνει να συναντηθούμε με μια σειρά προσωπικοτήτων και δημιουργημάτων μιας άλλης εποχής. Προσωπικότητες της τέχνης, του θεάτρου, της ποίησης, του ελληνικού σινεμά παρελαύνουν όπως ο Αυλωνίτης, ο Τσαρούχης, ο Σεφέρης, ενώ τραγούδια και τραγουδιστές του άλλοτε μοιάζουν σαν να ηχούν: Αντριάνο Τσελεντάνο, Ρόλιγκ Στόουνς, Σαββόπουλος, Λοϊζος και τόσοι άλλοι.
Σε αυτό το μυθιστόρημα που το κέντρο βάρους πέφτει στην παρέα των παιδιών –και στη δική τους αντίσταση- αξίζει να δούμε πώς ενυπάρχει η παιδική ηλικία. Τα παιδιά, μέσα από την αφέλεια της ηλικίας τους, δεν έχουν επίγνωση του κινδύνου, δρουν ανέμελα χωρίς να πολυυπολογίζουν αυτό που μπορεί να τους συμβεί. Σε αντίθεση με τους ενηλίκους που τους χαρακτηρίζει κρυψίνοια, καχυποψία, σιωπή και φόβος. Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική και έτσι δημιουργείται ένα διπλό σύμπαν: των παιδιών που δρουν και των ενηλίκων που κρυφομιλούν.
Από την άλλη, καθώς αφηγήτρια είναι η Αγγελική, μεταφέρεται καθ’ όλο το μυθιστόρημα η παιδική φωνή και προοπτική. Αυτό κάποτε γίνεται με τρόπο εξόφθαλμο αλλά πειστικό·διαβάζουμε (σελ. 141) «δεν γνωρίζαμε τον κύριο ΠΑΜ, απλώς τον φανταζόμαστε ψηλό, γεροδεμένο, με μακριά μαλλιά και γενναίο σαν τον Ηρακλή ή τον Σαμψών». Και βέβαια για τον ενήλικο κάποιας ηλικίας είναι προφανής –και αστεία- η παρανόηση των μικρών παιδιών που αγνοούν ότι το ΠΑΜ δεν ήταν άνθρωπος αλλά αντιστασιακή οργάνωση.
Ίσως γι’ αυτό το λόγο, επικαλούμενος την –φυσική- άγνοια των παιδιών για γεγονότα και έννοιες μιας αλλοτινής εποχής, ο εκπαιδευτικός Αυτζής ενισχύει την μυθιστορηματική κατασκευή του με πληροφορίες, τόσο με το εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα που προτάσσει όσο και με το χρονολόγιο σχετικών γεγονότων στο τέλος.
Θέλω να σταθώ στο σημείο που θεωρώ το πιο επίκαιρο –κατά την άποψή μου- ίσως και το πιο ξεχωριστό. Ναι, παρουσιάζονται γεγονότα ιστορικά και καταστάσεις/ζωές ανθρώπων, μέσα σε αυτά και οι ταλαιπωρίες τους. Έτσι συνήθως συμβαίνει σε βιβλία μυθοπλαστικά: δημιουργούν μια κεντρική αφήγηση και γύρω από αυτήν διαπλέκονται οι ζωές των ηρώων και οι δοκιμασίες τους. Όμως αυτό που μπαίνει πάνω και από αυτά στην αφήγηση του Αυτζή είναι η πρωτοκαθεδρία που δίνει στο βιβλίο. Τα βιβλία που κλαπήκαν από τον σιορ Φραντζέσκο, που δίναν χαρά στα παιδιά και ιδέες, γίνονται η κινητήρια δύναμη σε ένα μεγάλο τμήμα της πλοκής. Τα βιβλία είναι πολύ σημαντικά γι’ αυτά, θέλουν να τα βρουν και να τα πάρουν πίσω, γιατί, όπως λένε χαρακτηριστικά, «θέλαμε πίσω τη ζωή μας». Το βιβλίο είναι η ζωή του παιδιού και αυτή ακριβώς η άποψη φαντάζει επιτακτικά επίκαιρη σε μια τωρινή πραγματικότητα που το βιβλίο έχει καταστεί ανεπίκαιρο. Ο συγγραφέας γράφοντας και μιλώντας για βιβλία μέσα από τα βιβλία του ανοίγει έναν κόσμο στο μικρό άνθρωπο˙ αυτόν τον κόσμο καλείται το παιδί να τον ανακαλύψει, να τον εξιχνιάσει και σίγουρα να βρει ευχαρίστηση –και την ευχαρίστηση της μαθητείας στο βιβλίο- που δεν μπορεί να του προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία.
Ακόμη και μόνο γι’ αυτό –αλλά και για πολλά άλλα- οι Τιράντες με πείσμα διαβάζονται μέσα από το πείσμα για απολαυστική ανάγνωση ενός καλού παιδικού βιβλίου

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΙΡΑΝΤΕΣ ΜΕ ΠΕΙΣΜΑ


Λίγα λόγια περί συγγραφής του

Υπάρχει δικτατορία που να έχει νικήσει τον λαό μας;


                       
Δεν είναι λίγες οι φορές που τα βιώματα και οι μνήμες της παιδικής μου ηλικίας έδωσαν το πρωτογενές υλικό στο ξεστράτισμα του μυαλού μου. Και ούτε υπολείπονται, στην ώριμη περίοδο της ζωής μου, οι τολμηρές ακροβασίες στο εργαστήρι της συγγραφής.
Καλοκαίρι ήταν, Αύγουστος μήνας, στον Τύμβο του Μαραθώνα. Τα κύματα του Ευβοϊκού χάιδευαν νωχελικά τους κόκκους της άμμου, λίγο πιο πέρα στην άκρη του βραχώδους λιμενοβραχίονα μια ομάδα αγοριών έριχνε και ξανάριχνε τις πετονιές στα ήρεμα νερά, ένα κορίτσι σχημάτιζε με τα ακροδάχτυλα των ποδιών της αταίριαστα σχήματα στην άμμο κι εγώ καθισμένος στην απέναντι ψαροταβέρνα έπινα κατ’ εξαίρεση mojito, όταν δύο ασπρόμαυρες φιγούρες σε κάδρο με ασπρόμαυρο φόντο μου “έκλεισαν” το μάτι. «Ποιοι είναι;» ρώτησα με αφέλεια τον φίλο ταβερνιάρη. «Οι γονείς μου» αποκρίθηκε εκείνος. «Στα χρόνια της δικτατορίας…»
Δεν ήθελε και πολύ η συγκεκριμένη σκηνή να πυροδοτήσει τη φαντασία μου. Μια εικόνα ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου από την παιδική μου ηλικία και μια αδηφάγα διάθεση για μυθοπλασία ξεπήδησαν από το πουθενά και πλημμύρισαν το σύμπαν μου. Οι πρώτοι μυθιστορηματικοί ήρωες του νέου μου βιβλίου είχαν κιόλας σχηματοποιηθεί. Τα αγόρια που έπαιζαν με τις πετονιές τους στην παραλία, το κορίτσι που άφηνε τα σημάδια της στην άμμο, ο κυρ-Παύλος ο Ψαράς με το όνομα και η κυρά Μαρίνα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας αλλά και ο παππάς του χωριού μου από χρόνια πίσω και ο δάσκαλος και ο χωροφύλακας της εποχής εκείνης… Καταλάβαινα πως το ταξίδι που επιχειρούσα να κάνω θα ήταν επώδυνο. Έπρεπε να ξεθάψω κομμάτια της ζωής μου δυσάρεστα και μνήμες που με κόπο είχα θάψει στη λήθη. Το εγχείρημα έμοιαζε να ισοδυναμεί με ελεύθερη πτώση στο κενό. Το στοίχημα που μόλις είχα βάλει μ’ έφερε αντιμέτωπο με τον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου. Και δεν είναι διόλου εύκολο να αναμετριέσαι με τον εαυτό σου. Να ξεδιαλέγεις από τα άσχημα της ζωής τα απαραίτητα χωρίς να ματώσουν οι πληγές.
Το προηγούμενο μυθιστορηματικό κείμενό μου Φλω και Τιμολέων. Το κάλεσμα της φώκιας είχε πάρει από καιρό τον δρόμο προς την έκδοση κι εγώ, ως συνήθως μετά από κάθε αποχωρισμό χειρόγραφου, έπασχα από το σύνδρομο της “συγγραφικής στέρησης”. Αυτό ήταν. Δεν είχα άλλη επιλογή. Γι’ αυτό και χαιρέτησα βιαστικά τον φίλο ταβερνιάρη κι έτρεξα στο κιόσκι του σπιτιού που νοίκιαζα και είχα μετατρέψει σε εργαστήρι. Κάθισα μπροστά στον υπολογιστή μου και ξεκίνησα. Παρέα με το κορίτσι της παραλίας, που εκτός από το όνομά της, Αγγελική, που απέκτησε προς τιμήν της νονάς των παιδιών μου, όλα τα άλλα στοιχεία του χαρακτήρα της φανέρωναν ένα άτομο ατίθασο που, αν και ήξερε να πειθαρχεί στους κανόνες, επαναστατούσε όταν έβλεπε τους άλλους γύρω της να υποφέρουν. Τα αγόρια φίλοι της βαφτίστηκαν Νικόλας, Λάμπης, Σπύρος και Φάνης. Για χάρη του πατέρα μου που ήταν δίδυμος αλλά και των παιδιών μου που είναι δίδυμα και αυτά, η Αγγελική της ιστορίας απέκτησε δίδυμα αδέρφια, τον Γιώργη και τον Πετρή. Και τα παιδιά μου, ως Ίωνας και Έλια, μαζί με τη νονά τους ανέλαβαν την αφήγηση της εισαγωγής και του τέλους στο παρόν.
Εκείνο τον μήνα διακοπών μου στον Μαραθώνα τα δάχτυλά μου, αν και τρεμουλιαστά, πληκτρολογούσαν ασταμάτητα. Και οι ήρωες –και άλλη φορά μου το έκαναν αυτό– ατίθασοι χαρακτήρες καθώς ήταν όλοι τους, με παρέσυραν να ακολουθήσω όχι μόνο τα γνώριμα δρομάκια του Τύμβου αλλά και κείνα που η ιστορία και ο θρύλος έκρυβαν στην αχλή του χτες. Τα στενά του οικισμού, ο περίβολος του Τύμβου με τους Αθηναίους και Πλαταιείς Μαραθωνομάχους, η διαδρομή Τύμβος - Νέα Μάκρη κατά μήκος της παραλίας, το έλος της Μπρεζίζας, αλλά και η πρώην αμερικάνικη βάση και το περίφημο τούνελ του τρόμου έγιναν το σκηνικό της μυθοπλασίας.
Έτσι γεννήθηκαν οι Τιράντες με πείσμα. Και τους επόμενους μήνες, στην ασφάλεια του γραφείου μου, περιτριγυρισμένος από δεκάδες βιβλία, έχοντας ολοζώντανο στο μυαλό μου το σκηνικό της ευρύτερης περιοχής του Τύμβου του Μαραθώνα, άρχισαν να με “επισκέπτονται” μαζί με τους πρώτους ήρωες και πολλοί άλλοι. Ο θείος Φαίδων που είχε τη φήμη του αιώνιου φοιτητή. Η Ιταλίδα φίλη και συμμαθήτρια της Αγγελικής Σαλίνα ή Ραφαέλα. Ο μπαμπάς της σιορ Φραντζέσκο Νόβι. Ο Νταλί ο γάιδαρος. Ο κυρ Μιλτιάδης ή Ταρατατζούμ, φύλακας του Τύμβου. Ο θείος Βρασίδας αλλά και ο παπα-Ισίδωρος και ο δάσκαλος και άλλα πρόσωπα της παιδικής μου ηλικίας που για να διασφαλιστεί η ανωνυμία τους παρουσιάστηκαν με ονόματα άλλα. Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες ανέλαβαν ρόλο αντάξιο της προσωπικότητάς τους και με τον απαιτούμενο σεβασμό προς την ιστορική μνήμη άρθρωσαν λόγο ανάλογο των ιστορικών γεγονότων αλλά και της πλοκής. Χάρη της μυθοπλασίας οι ζωές τους μπλέχτηκαν με τα γνωστά και άγνωστα στους πολλούς γεγονότα της περιόδου εκείνης που καταγράφηκαν ως «το χρονικό του πραξικοπήματος», μιας περιόδου που έμεινε στην ιστορία ως “Η Χούντα των συνταγματαρχών”.
Δυο μέρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, ήταν Κυριακή του Πάσχα, η Αγγελική, η Σαλίνα και τα αγόρια της παρέας, πιασμένοι στο κουβάρι της μυθοπλασίας, ιδρύουν τη δική τους Φιλική Εταιρεία. Γίνονται οι “Τιράντες με Πείσμα” και οργανώνουν τη δική τους αντίσταση ενάντια στον δικτάτορα της οικογένειας και του οικισμού τον θείο Βρασίδα αλλά και ενάντια στον σκληροτράχηλο χωροφύλακα του οικισμού και στην αστυνομία. Με τις τιράντες τους άλλοτε να γίνονται παιχνίδι και άλλοτε σφεντόνες στα χέρια τους, εκσφενδονίζουν αχυρόμπαλες με μέλι και πούπουλα καμωμένες αλλά και αυτοσχέδιες βόμβες νερού με μπογιές και ώριμα φρούτα εποχής και φέρνουν τα πάνω κάτω στον οικισμό.
Τώρα, έχοντας κάνει κάθε συγγραφική ακροβασία˙ μπόλιασμα, τράβηγμα, αναδίπλωση, σβήσιμο, χτένισμα… και βάζοντας στην ιστορία και την τελευταία λέξη, χωρίς ωστόσο να ’μαι σίγουρος για τίποτα –ποιος μπορεί να είναι άλλωστε;– πιστεύω πως κράτησα τις ισορροπίες και με ειλικρίνεια και σεβασμό προς την ιστορία και τους αναγνώστες έφτασα στην κάθαρση και την ολοκλήρωση του ταξιδιού μου.
Τώρα, τη σκυτάλη παίρνει το βιβλίο που σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ψυχογιός και θα κρατήσεις στα χέρια σου. Σαν παιδί που στέκεται στα πόδια του, θα αρχίσει το δικό του ταξίδι από τη μια αγκαλιά στην άλλη. Αλλά και το δικό σου στις σελίδες του βιβλίου…
Εύχομαι λοιπόν και τούτο το ταξίδι σου να είναι απολαυστικό και οι «Τιράντες με Πείσμα», η Βίδρα, η Σαλίνα, ο Σούφρας και οι άλλοι να είναι η καλύτερη παρέα που έχεις γνωρίσει.
Κι εγώ, πριν σε χαιρετήσω, νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω την νονά την παιδιών μου, την Αγγελική Βαρελλά, για την αγάπη της όλα αυτά τα χρόνια και για το οχτάστιχο καλωσόρισμά της. Αλλά και τα παιδιά μου, Πρόδρομο και Ελευθερία, που για χάρη της μυθοπλασίας δεν έγιναν μόνο οι αρχικοί πρωταγωνιστές και αφηγητές της ιστορίας αλλά και οι πρώτοι ακροατές και αναγνώστες της. Να ευχαριστήσω, τέλος, την εξαιρετική Δομινίκη Σάνδη, τη θεματοφύλακα του εκδοτικού τμήματος των εκδόσεων Ψυχογιός, για τις ουσιαστικές συμβουλές της αλλά και για την αγάπη της γι’ αυτό που κάνει και την υπομονή της και φυσικά τη Χρυσούλα Τσιρούκη που με ζήλο και αγάπη επιμελήθηκε και φρόντισε σαν παιδί της και αυτό μου το βιβλίο.
Με το καλό να φτάσει στα χέρια σας και καλή σας ανάγνωση!

Μερκούριος Αυτζής

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019

ΨΙΘΥΡΟΙ ΤΟΥ ΒΑΡΔΑΡΗ της ΣΟΦΙΑΣ ΒΟΪΚΟΥ


                       Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

  Δεν είναι λίγες οι φορές που ο αναγνώστης, συνειδητός και μη, βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Η αγωνία του είναι να επιλέξει από τα χιλιάδες βιβλία εκείνο που θα του χαρίσει την απόλαυση. Μια αγωνία που απογειώνεται ακόμα περισσότερο, όταν οι προσδοκίες του είναι υψηλές και η αναγνωστική του εμπειρία μεγάλη.
   Ο συνειδητός αναγνώστης δεν προσδοκά μόνο, απαιτεί. Και η απαίτησή του αυτή ικανοποιείται όταν το σύμπαν του βιβλίου και οι ήρωές του γίνουν και δικό του σύμπαν, δικοί του άνθρωποι. Στην περίπτωση αυτή συνομιλεί μαζί τους, γίνεται συνταξιδιώτης στο ρου της ιστορίας, κοινωνός των γεγονότων και της καθημερινότητά τους και, όπως και στον πραγματικό κόσμο, με άλλους ταυτίζεται, τους κάνει φίλους και νιώθει όμορφα και άλλους τους αντιπαθεί.
Ο συνειδητός αναγνώστης είναι επίσης αυτός που ορίζει και τους κανόνες της ανάγνωσης. Που έχει τη δύναμη να αποφασίζει πότε θα επισκεφτεί τις σελίδες ενός βιβλίου και εάν θα συνομιλήσει με τους ήρωές του ή όχι. Και η δύναμη αυτή δεν υποκινείται από την αξία του βιβλίου, που ούτως ή άλλως οι έγκριτες κριτικές έχουν επιβεβαιώσει και το γνωρίζει, αλλά από τη δική του ψυχική διάθεση.
Εν κατακλείδι, αυτό που ζωντανεύει τους ήρωες ενός ποιοτικά λογοτεχνικού βιβλίου, που το πραγματώνει και το μετουσιώνει μπροστά του σε ζώσα κοινωνία, είναι η συνειδητή του απόφαση –ως αναγνώστη– να επισκεφτεί το σύμπαν του βιβλίου και να συνομιλήσει με τους ήρωες και τον συγγραφέα του.
Κάνοντας αυτές τις σκέψεις, θέλω να μιλήσω για ένα βιβλίο που, αν και βρέθηκε στα χέρια μου από την πρώτη του παρουσίαση στο αναγνωστικό κοινό στις 20 Απριλίου του 2016 με προσωπική αφιέρωση από τη συγγραφέα, η πραγμάτωσή του στον δικό μου αναγνωστικό ορίζοντα ολοκληρώθηκε μόλις πριν λίγες ημέρες.

Πρόκειται για το βιβλίο της Σοφίας Βόικου «Ψίθυροι του Βαρδάρη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
Ο τίτλος του με την πρώτη ματιά πολλά υποσχόμενος και οι επιμελώς επιλεγμένες πληροφορίες του γύρω από την υπόθεση στο οπισθόφυλλο εξίσου θελκτικές.
Και ναι. Για άλλη μια φορά η Σοφία Βόικου αποδεικνύει –και με αυτό το αφήγημα- ότι εκτός από ικανή ερευνήτρια και σκαπανέας στα άγνωστα ή και ανεξιχνίαστα για τους περισσότερους μονοπάτια της ιστορίας είναι και έμπειρη αρχιτέκτονας του λόγου. Το αφήγημά της «Ψίθυροι του Βαρδάρη», ένα αριστοτεχνικά δομημένο μυθιστόρημα, είναι από κείνα που η ιστορία διαπλέκεται στις ζωές και τα γεγονότα της καθημερινότητας των ηρώων και συνεπώς δικαίως θα το χαρακτηρίζαμε όχι καθαρώς ιστορικό αλλά ανθρωποκεντρικό.
Οι ήρωες και το σύμπαν της αφήγησης της Βόικου είναι άνθρωποι καθημερινοί, με όλα τα ελαττώματα και τα προτερήματα που είχε και έχει διαχρονικά το ανθρώπινο γένος. Άνθρωποι-ήρωες που ταλανίζονται από τα πάθη και τις αδυναμίες τους. Που ονειρεύονται και ελπίζουν σε κάτι καλύτερο. Που καιροσκοπούν, αγαπούν, αλλαξοπιστούν… Που χάνουν κάποτε τον βηματισμό τους και παρασύρονται στη δίνη των δικών τους λαθών, αλλά τελικά τον βρίσκουν και εξιλεώνονται. Πρωταγωνιστές της δικής τους αλήθειας. Γύρω τους, μπολιασμένα στις ζωές τους, παρουσιάζονται με ενεστώτα διαρκείας τα ιστορικά γεγονότα, που εντέλει κρατούν σε εγρήγορση τον αναγνώστη και τους ήρωες του βιβλίου δέσμιους στα απόνερά της.
Μια επιστολή από τα παλιά γίνεται το εργαλείο στα χέρια της δημιουργού που φέρνει στο φως επτασφράγιστα μυστικά. Μυστικά που πριν πολλά χρόνια σημάδεψαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη μοίρα των ανθρώπων που σεργιάνισαν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και έγιναν οι μυθιστορηματικοί μάρτυρες της ιστορίας της.
Με την αφήγηση της γιαγιάς Σοφίας, αναδρομή στο παρελθόν, ως ένα καλά σχεδιασμένο στοίχημα της μοίρας, και κατ’ επέκταση με την επιδέξια πένα της δημιουργού, μεταφερόμαστε στη Σελανίκ του 1912. Στην πόλη του Άη Δημήτρη που για 500 χρόνια ήταν υπόδουλη στους Οθωμανούς. Στην πόλη χωνευτήρι λαών και θρησκειών που στα σοκάκια και τις γειτονιές της την εποχή αυτή σεργιανούν συμφιλιωμένα Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Φραγκολεβαντίνοι, Ντονμέδες, άνθρωποι αξιοσέβαστοι και οικογενειάρχες, πλούσιοι και φτωχοί, αλλά και πόρνες συφιλιδικές και μικροαπατεώνες. Στη Σελανίκ που πριν την απελευθέρωση ήταν βασικό λιμάνι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και που αναδείχθηκε σε διεθνές κέντρο εμπορίου, κατεχόμενη ωστόσο από τους συμμάχους, στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στην πόλη-κράτος και πρωτεύουσα την περίοδο του εθνικού διχασμού, την ερημωμένη πόλη κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Η υπόθεση καθηλωτική και η ανάγνωσή του απνευστί. Ίδια με βαθιά εισπνοή φορτωμένη αρώματα του Θερμαϊκού κι ένα ταξίδι άκρως μεθυστικό πίσω στο χρόνο, παρέα με πρωταγωνιστές, όπως ο Μεχμέτ εφέντης, η Σοφία και η Αναστασία, ο Ιμπραήμ, ο Τζαννέτος, η Ζοζεφίν ή Σάρρα, η Εσρά… Χάρη στην ευρηματική πλοκή γνώρισα τα πολλά τούρκικα τοπωνύμια της ελληνικότατης από αιώνες Θεσσαλονίκης. Σεργιάνησα μπροστά από τα αρχοντικά στη λεωφόρο Εξοχών αλλά και στις κακόφημες γειτονιές και τα καταγώγια του Βαρδάρη. Σύρθηκα στις υπόγειες στοές, στην πόλη κάτω από την πόλη, και αγάπησα την Εσρά, ακολούθησα τα χνάρια της άλλοτε στα λασπωμένα λαγούμια και τις κρύπτες της πόλης κι άλλοτε σε κόσμους αλλοτινούς, εκεί που μόνο τα μάτια της ψυχής σε αξιώνουν να μυρίσεις από μακριά το αίμα και τον θάνατο και να διαβάσεις τα μελλούμενα. Έγινα μάρτυρας της πίκρας και της αδικίας που βίωσαν οι πυροπαθείς του 1917. Παρακολούθησα με αποστροφή την υποταγή της Σοφίας και της Αναστασίας στις επιθυμίες του πατέρα τους και τις επιταγές της κοινωνίας και γεύτηκα αφενός το επικίνδυνο ερωτικό τους παιχνίδι με τον Μεχμέτ-Εμμανουήλ που αλλάζει κάθε τόσο την πίστη του και αφετέρου τον ανομολόγητο έρωτα της πρώτης που ποτέ δεν έπαψε να αγαπά τον άνδρα της αδερφής της, μια αγάπη που τελικά θα επισφραγιστεί με τη γέννηση του μικρού Τζωρτζή. Παρασύρθηκα ακόμη στα μπουρδέλα του Βαρδάρη, στο φημισμένο οίκο της Ζοζεφίν και τσατίστηκα με τον Τζαννέτο που για να σώσει το τομάρι του δε δίστασε να εξαπατήσει γυναίκες και πατρίδα, αγωνιώντας εάν η θεία δίκη –η ελεγχόμενη εδώ από τη δημιουργό– του απέδιδε την αρμόζουσα τιμωρία. Τέλος, ερωτεύτηκα τη γιαγιά Σοφία για την ευστροφία της, κυρίως όμως για τη λεβεντιά της να κρατάει στο χέρι της τον ίδιο τον θάνατο και να μην υποκύπτει στο κάλεσμά του μέχρι που και η τελευταία ικμάδα και στιγμή της ζωής της μεταγγίζεται στην καρδιά της εγγονής της.
Οι «Ψίθυροι του Βαρδάρη» είναι μια υπέροχη ιστορία, ερωτική και ανθρώπινη, με μια εκπληκτική γραφή, που συνυφαίνει με αρτιότητα τον μύθο με την πραγματικότητα. Και ένα κείμενο σφιχτοδεμένο, ανατρεπτικό, συγκινητικό, άκρως αληθινό.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που η ιστορία του, σύμφωνα με την συγγραφέα, επέλεξε να γραφτεί, προφανώς για να φωτίσει πτυχές της ιστορίας της πόλης του Άη Δημήτρη σκοτεινές, προκειμένου –ποιος ξέρει; ίσως– να αξιωθεί να γίνει σταυροδρόμι πολιτισμών, πνευματικών αναζητήσεων και εμπορίου και μια πόλη αντάξια της ιστορίας της.
Ένα βιβλίο, τέλος, που η ιστορία του με συγκίνησε βαθύτατα και που τελικά κατάφερε να με παρασύρει να αγαπήσω την πόλη που απαρνήθηκα δυο φορές για χάρη της Αθήνας, επιβεβαιώνοντας έτσι την προφητική πια ευχή της Σοφίας στην αφιέρωσή της.

Μελίσσια, 25 Ιουνίου 2019

Με αγάπη και σεβασμό στη συγγραφέα και στους αναγνώστες της, ως ταπεινός αναγνώστης κι εγώ!
Μερκούριος Αυτζής

https://www.psichogios.gr/site/Books/show/1003412/psithyroi-toy-bardarh#prettyPhoto

Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

ΓΙΑΣΜΙΝ. Η ΜΑΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ... ΔΥΟ!

Λέξεις, ανομολόγητες σκέψεις και μια ευχή…


 Μάνα, μανούλα, μαμά… Ο κόσμος ολόκληρος για ένα παιδί!

Ποιο παιδί μπορεί να ισορροπήσει χωρίς τη μαμά του;


Όταν πριν τρία χρόνια γεννήθηκε στο μυαλό μου η Γιασμίν, κυρίως ως μια φωνή αντίδρασης αλλά και βαθιάς θλίψης μπροστά στο δράμα και την εξαθλίωση των προσφύγων, δεν μου πέρασε ούτε μια στιγμή από το μυαλό ότι η ιστορία της θα συγκλόνιζε τόσο πολύ τους μικρούς αναγνώστες μου. Η πρόθεσή μου τότε ήταν να ενώσω τη φωνή μου με εκείνες των ανθρώπων που πιστεύουν στην ειρήνη του κόσμου και μέσα από την ιστορία της Γιασμίν να προβάλλω τις αξίες της ζωής και της ανθρωπιάς και σε καμία περίπτωση να στενοχωρήσω…
Έτσι κάπως, με αυτές τις σκέψεις, κίνησα την πρώτη φορά να συναντήσω σε σχολείο της επαρχίας τα παιδιά αναγνώστες και με αφορμή την ιστορία της Γιασμίν Νο1 να μοιραστούμε σκέψεις και προβληματισμούς γύρω από τα ύψιστα αγαθά της ελευθερίας, της ειρήνης και της ζωής. Όμως κάθε λογοτεχνικό κείμενο, μικρό ή μεγάλο, πραγματώνεται κατά τη συνάντησή του με τους αναγνώστες. Και στην προκειμένη περίπτωση τα παιδιά αναγνώστες, και κείνα της πρώτης συνάντησης αλλά και τα άλλα που ακολούθησαν, έδωσαν τη δική τους ερμηνεία στην ιστορία της Γιασμίν και στάθηκαν με πόνο ψυχής μπροστά στο δράμα της. Ταυτίστηκαν μάλιστα τόσο πολύ μαζί της που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν στην ιδέα ότι είχε χάσει τους γονείς της.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά φράσεις τους, όπως: «Γιατί πνίγηκαν οι γονείς της Γιασμίν;» ή «Δεν μου αρέσει που έχασε τους γονείς της» ή «Θα ήθελα να είχε τουλάχιστον τη μαμά της»…

Επιταγή λοιπόν ή καλύτερα απαίτηση των μικρών αναγνωστών η συνέχεια της ιστορίας. Της Γιασμίν Νο2 που έπρεπε οπωσδήποτε να αποκτήσει σάρκα και οστά. Και απέκτησε. Χάρη στην αγάπη των παιδιών αλλά και χάρη στη δύναμη των λέξεων να περικλείουν μέσα τους πολλαπλά νοήματα. Όπως για παράδειγμα η φράση «Οι γονείς της δεν τα κατάφεραν» που ως η μοναδική μέσα στο κείμενο Νο1 περιγράφει όχι με σαφήνεια την τύχη των γονιών της ηρωίδας, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο και μιας άλλης αισιόδοξης ερμηνείας.
Ακολούθησε ο νέος τίτλος που, σχεδόν έτοιμος ως δωρεά των ίδιων των αναγνωστών, έγινε ο θεμέλιος λίθος για να χτιστεί το νέο σώμα. Η ιστορία όπου η μικρή ηρωίδα, ψάχνοντας εναγωνίως να βρει τους βιολογικούς της γονείς, με την υποστήριξη πάντα των νέων προσώπων που τη φιλοξενούν, της Αγάπης και του Άγγελου, βρίσκεται τελικά με δύο μητέρες. Κι ύστερα η είδηση της έκδοσης του νέου βιβλίου όπου η λύτρωση επιτυγχάνεται χάρη στο μεγαλείο της αγάπης, που πολύ πριν αυτό πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο, δεν έφερε χαρά μόνο σε μένα, έγινε δεκτή με ιδιαίτερη χαρά και ανυπομονησία και από τα παιδιά αναγνώστες που το έμαθαν.
Η αποκατάσταση και η λύτρωση επιτυγχάνεται και σε αυτό το βιβλίο με την αγάπη.
Κι εγώ νιώθω για άλλη μια φορά την ανάγκη να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στις εκδόσεις Ψυχογιός που μου προσφέρουν απλόχερα την ασφάλεια να δοκιμάζω και να δοκιμάζομαι. Και πολλά ευχαριστώ στους ανθρώπους των εκδόσεων που με τόσο πάθος αγκαλιάζουν κάθε μου εκδοτική προσπάθεια, όπως τις πολυαγαπημένες του Εκδοτικού Τμήματος Δομινίκη Σάνδη και Αγγέλα Σωτηρίου που εμπιστεύτηκαν και αυτή μου την πρόταση.
Εύχομαι να χαρείτε με τη χαρά της Γιασμίν και ταξιδεύοντας στις σελίδες του βιβλίου να νιώσετε το μεγαλείο της αγάπης, που πάντα βρίσκει το δρόμο και θριαμβεύει.
Καλή σας απόλαυση!