Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Μερκούριος Αυτζής, συγγραφέας: Τιράντες με πείσμα

Σ
τον Μαραθώνα στα χρόνια της δικτατορίας μας μεταφέρει το μυθιστόρημα για παιδιά και νέους του δάσκαλου και συγγραφέα Μερκούριου Αυτζή «Τιράντες με πείσμα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός.Μια παρέα παιδιών βρίσκει τον δικό της τρόπο να αντισταθεί, παίζοντας συχνά ακόμη και με τον κίνδυνο. Μέσα σε ένα αστυνομοκρατούμενο και ασφυκτικό περιβάλλον θα κερδίσει τον δικό της χώρο ελευθερίας.
Μέσα στο βιβλίο, το οποίο περιλαμβάνει κι ένα χρονολόγιο στο παράρτημά του, ζούμε τα σημαντικά γεγονότα της εποχής μέσα από τα μάτια των μικρών πρωταγωνιστών. Καλογραμμένο, συναρπαστικό με γνώση της παιδικής ηλικίας, μέσα στην πολλαπλότητά της, το μυθιστόρημα αυτό πιστεύω πως είναι πολύ σημαντικό και χρήσιμο σε μια εποχή που η κοινωνία τείνει να ξεχάσει τι ακριβώς είχε συμβεί ανάμεσα στο 1967 και το 1974…
Πολλοί προσπαθούν να εξωραΐσουν τη δικτατορία, ενώ δεν διστάζουν να εκφράσουν ακόμη και τον θαυμασμό τους! Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας τη μορφή της νεανικής περιπέτειας δεν διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Ζωντανεύει πραγματικά εκείνη την εποχή. Για όσους έχουμε ζήσει τότε τα παιδικά ή τα εφηβικά τους χρόνια, το μυθιστόρημα αυτό έρχεται να μας θυμίσει τα όσα τότε μας έπνιγαν, αλλά και όσα ονειρευόμασταν.
Με σύμβολο τις τιράντες, τα ανυπότακτα παιδιά του Μερκούριου Αυτζή μας δίνουν κι ένα μήνυμα αντίστασης: Κανένας αγώνας για την ελευθερία δεν είναι άχρηστος…
Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την περίοδο της δικτατορίας;
Από τον Απρίλη του ’67 που ήμουν βρέφος και μέχρι που πήγα σχολείο ελάχιστες εικόνες έμειναν καθαρές στη μνήμη μου. Κι όμως στο μικρό χωριό όπου γεννήθηκα οι σκιές του εμφυλίου στοίχειωναν ακόμα τις αυλές μας, από το κέντρο των πολιτικών αποφάσεων, την Αθήνα, έφτανε μόνο ο φανατισμός της πολιτικής σκηνής κι εγώ σαν πήγα σχολείο έμαθα αυτά να τα ξεχωρίζω στα πρόσωπα των συγχωριανών μου. Όμως μου ήταν αδύνατο να κατανοήσω γιατί οι άνθρωποι να μην είναι αγαπημένοι και μαζί να εργάζονται για το κοινό καλό. Από τα τελευταία χρόνια της επταετίας θυμάμαι έντονα τα «σώπα!» και τα «μη!» του πατέρα αλλά και τον φόβο των μεγάλων να εκφραστούν ανοιχτά. Αυτά συν η φτώχεια, οι λάσπες, το σκοτάδι, οι σκιές, τα μπαλωμένα παντελόνια και τα αυτοσχέδια παιχνίδια μας (οι σφεντόνες, τα ξύλινα όπλα και σπαθιά κι ένα σωρό άλλα) με έκαναν να βλέπω με σεβασμό και αγάπη όσα έζησα τότε. Κι ύστερα, μεγάλος πια, σαν έπιασα να σκαρώνω ιστορίες και να τις βάζω στα βιβλία, από τον πρώτον καιρό, ήθελα να μιλήσω για τα χρόνια αυτά. Όμως δεν ήταν εύκολο ούτε απλό. Ώσπου ήρθε η έμπνευση και μπόλιασε όλα όσα είχα εντός μου…
Γνωρίζουν τα παιδιά την πρόσφατη ιστορία μας;
Σίγουρα υπάρχει σύγχυση και πολλά παιδιά στην ερώτηση τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου μπορεί να απαντήσουν το «Όχι» που είπαμε στους Τούρκους ή τι γιορτάζουμε στις 17 Νοέμβρη να πουν το Πολυτεχνείο, χωρίς να γνωρίζουν λεπτομέρειες. Όμως δεν φταίνε αυτά. Τα σχολικά βιβλία είναι συμπυκνωμένα και κακογραμμένα και οι αναφορές στην πρόσφατη ιστορία ελάχιστες. Το Αλβανικό Έπος για παράδειγμα στριμώχνεται σ’ ένα μόνο κεφάλαιο, το ίδιο και η Κατοχή, και τα παιδιά δυσκολεύονται να τα κατανοήσουν. Γιατί ούτε οι γονείς ασχολούνται με την Ιστορία και ελάχιστοι διαβάζουν.
Πώς εμπνεύσθηκες την υπόθεση και τις… τιράντες;
«Δεν υπάρχουν θέματα απαγορευμένα ή θέματα ταμπού. Όλα μπορούμε να τα θίξουμε στα παιδιά. Αυτό που διαφοροποιείται είναι ο τρόπος με τον οποίο τα θίγουμε»
Η έμπνευση ομολογουμένως είναι ένα μυστήριο ή καλύτερα περικλείει μυστήριο. Και ως μυστήριο χρειάζεται κάποιο ερέθισμα, ένα φιτίλι, για να προκαλέσει την απαιτούμενη μα γόνιμη έκρηξη στο μυαλό και την καρδιά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα υπήρχε εντός μου από χρόνια, το ερέθισμα όμως που το πυροδότησε ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός ζευγαριού μεσαίας ηλικίας την εποχή της δικτατορίας και μια ζωντανή εικόνα τεσσάρων παιδιών που ψάρευαν και όλο ψάρευαν και ενός κοριτσιού που έκανε με τα ακροδάχτυλα των ποδιών της σχήματα στην άμμο λίγο πριν σκάσει το κύμα. Έτσι οι τιράντες απέκτησαν σάρκα και οστά. Αν και φτηνό ενδυματολογικό εξάρτημα, χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς και από μικρούς και από μεγάλους. Και χάρη στην ελαστικότητά τους και τη δύναμη που εσωκλείουν μπορούν να έχουν διάφορες χρήσεις˙ να συγκρατούν το παντελόνι αλλά και να γίνουν παιχνίδι και σφεντόνες στα χέρια των παιδιών. Εμείς τα παιδιά –κάποια από εμάς– τις φορούσαμε τότε και όποτε ξεμέναμε από λάστιχα φτιάχναμε τις τιράντες μας σφεντόνες.
Υπάρχουν μέσα κάποια δικά σου βιώματα;
Το προσωπικό βίωμα αναπόφευκτα διεισδύει σε όλα μου τα κείμενα. Και στις «Τιράντες με πείσμα» υπάρχουν αρκετά τόσο στο εισαγωγικό σημείωμα και στον επίλογο όσο και στον κυρίως κορμό του κειμένου. Όμως το βίωμα δεν μπαίνει ακατέργαστο. Όπως ο γλύπτης παίρνει το ξύλο, την πέτρα ή το μάρμαρο και το μεταμορφώνει σε έργο τέχνης, έτσι και το βίωμα με την κατάλληλη επεξεργασία (μυθοπλασία) ξεφεύγει από τα στενά όρια του εγώ, του ατόμου δηλαδή που το βίωσε, και αποκτά οικουμενικότητα. Στην περίπτωση αυτή το βίωμα και τα όποια αυτοβιογραφικά στοιχεία μπορεί να τα εντοπίσει μόνο κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά τον μυθοπλάστη δημιουργό.
Η επιλογή του Μαραθώνα έχει και κάποιον συμβολικό χαρακτήρα;
Για πολλά χρόνια ο Τύμβος του Μαραθώνα, αυτός ο μικρός οικισμός με την ήσυχη παραλία και τα γραφικά μαγαζάκια του, ήταν ο τόπος των διακοπών μας. Κι είναι η θετική του ενέργεια που μας κάνει όλους στην οικογένεια να τον σκεφτόμαστε ακόμα με αγάπη. Η ιστορία του αναμφισβήτητα τεράστια. Το μικρό ψαροχώρι έγινε πριν από αιώνες το πεδίο όπου οι λίγοι νίκησαν τους πολλούς, ο πολιτισμός επικράτησε της βαρβαρότητας. Και ναι, για αυτή την συμβολική αξία αλλά και για την αγάπη που του έχουμε έγινε ο μυθιστορηματικός τόπος δράσης ενάντια στην δικτατορία.
Πιστεύεις πως μπορούμε να διαπραγματευόμαστε τέτοια δύσκολα θέματα απευθυνόμενοι στα παιδιά;
Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν θέματα απαγορευμένα ή θέματα ταμπού. Όλα μπορούμε να τα θίξουμε στα παιδιά. Αυτό που διαφοροποιείται είναι ο τρόπος με τον οποίο τα θίγουμε. Κι ο τρόπος εξαρτάται κυρίως από την ηλικιακή ομάδα στην οποία ανήκει το παιδί αναγνώστης μας. Ο λόγος μας λοιπόν γίνεται ανάλογος με την αντιληπτική ικανότητα, την ηλικία και το γνωστικό επίπεδο του παιδιού. Όσο για την δικτατορία των συνταγματαρχών είναι κι αυτή ένα κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας μας και, ασχέτως εάν είναι μια μαύρη σελίδα, οι εκπαιδευτικοί μιλάμε γι’ αυτήν στα παιδιά από το νηπιαγωγείο.

Από Κώστας Στοφόρος, 22/11/2019, Δρόμος της Αριστεράς

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

ΤΙΡΑΝΤΕΣ ΜΕ ΠΕΙΣΜΑ, ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΝΗΣ ΚΑΝΑΤΣΟΥΛΗ*

Βιβλιοκριτική ΜένηςΚανατσούλη, καθηγήτριας Παιδικής Λογοτεχνίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Για το βιβλίο του Μερκούριου Αυτζή: Τιράντες με πείσμα, Ψυχογιός 2019.


Σε ένα βιβλίο που το παίρνεις για πρώτη φορά στα χέρια σου, το πρώτο που κάνεις είναι να ρίξεις μια ματιά στα παρακειμενικά στοιχεία. Ο τίτλος είναι βέβαια το πρώτο που προσέχουμε και όταν στον τίτλο διαβάζουμε Τιράντες με πείσμα, εάν θελήσουμε να σκεφτούμε λογικά, υπάρχει κάτι το ανορθόδοξο: είναι δυνατόν οι τιράντες να έχουν πείσμα; Την απάντηση θα μας τη δώσει το βιβλίο του Μερκούρη Αυτζή που φέρει αυτόν το φαινομενικά παράδοξο τίτλο. Είναι το όνομα που μια ομάδα παιδιών έδωσε στον εαυτό της, μια ομάδα παιδιών που μέσα από τα παιχνίδιά τους και την αφέλεια της ηλικίας τους κάνουν τις πρώτες αντιστασιακές ενέργειες κατά των φερεφώνων –στον τόπο τους, το Μαραθώνα- της 7ετούς Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, στην Ελλάδα. Αυτοί οι ευφάνταστοι τίτλοι συνεχίζονται και στους τίτλους των κεφαλαίων: Τιράντες με πείσμα ή πώς φτιάξαμε τη δική μας Φιλική Εταιρεία, Τιράντες τεντωμένες ποτέ νικημένες, Ο Δικτάτορας, ο ιπποκόμος και ο κεφάλας γάιδαρός του, κ.λπ.
Έχει ενδιαφέρον όμως και η αφιέρωσή του βιβλίου στην Αγγελική Βαρελλά κι έτσι πολύ εύκολα ο αναγνώστης κάνει τη σύνδεση ανάμεσα στη βασική ηρωίδα του βιβλίου, την Αγγελική Καρελλά (με αναγραμματισμό  στο επώνυμο) και τη συγγραφέα. Μόνο που την Αγγελική Καρελλά την παρακολουθούμε αρχικά να είναι μεγάλη γυναίκα, νονά πια, και να εξιστορεί στα βαπτιστήρια της τις περιπέτειές της ως παιδί κατά την περίοδο της Δικτατορίας. Με φλας-μπακ γυρνάμε στον παρελθόν της και μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο συναντούμε την Καρελλά και πάλι ενήλικη. Στην τριμερή λοιπόν ηλικιακή διαίρεση της αφηγηματικής οπτικής της ηρωίδας μας: ενήλικη-παιδί-ενήλικη αντιστοιχεί πολύ ισορροπημένα η διαίρεση της ιστορίας σε πρόλογο-κυρίως μέρος-επίλογο.
Μολονότι η υπόθεση αφορά ιστορικά γεγονότα, όμως αυτά διανθίζονται από τα παιχνίδια των παιδιών, τις περιπλανήσεις τους στη φύση, τη μυρωδιά της θάλασσας και τις ασχολίες των κατοίκων στη θάλασσα, την πανδαισία του τοπίου, κυρίως την αφέλεια των παιδιών να παίζουν και ταυτόχρονα να αντιστέκονται προσπαθώντας να κλέψουν την «κουτσομπόλα», το βιβλίο-καρφί του Θείου Βρασίδα (όπου καταγράφει –για να καταδώσει- τις πράξεις συμπολιτών του), αλλά και προσπαθώντας να ανακαλύψουν τον κλέφτη των βιβλίων του Ιταλού φίλου τους, Φραντζέσκο. Έτσι, κάπου-κάπου η πλοκή παίρνει και μια αστυνομική τροπή, της εξιχνίασης της κλοπής των βιβλίων.
Όμως, όσο και αν μια λογοτεχνική ιστορία έχει τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων της –των παιδιών-ηρώων της, εδώ- αναρωτιόμαστε τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει ένα ακόμη βιβλίο για τη χούντα; Πόσο μάλλον, όταν φαίνεται ότι ο συγγραφέας κουβαλάει βιώματα και μνήμες οικογενειακές φορτισμένες συναισθηματικά και με υποκειμενικότητα; Γιατί να γραφτεί για μια φορά ακόμη μια ιστορία που προσπαθεί να συγκεράσει την αντικειμενικότητα με την οποία πρέπει να γράφεται η Ιστορία με το συναισθηματισμό του βιώματος; Αν και κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο Αυτζής δεν θέλει να γράψει Ιστορία αλλά θέλει να κάνει μυθοπλασία μέσα στην οποία οι κατασκευασμένοι ήρωές του συναντιούνται με την Ιστορία αλλά και με τις ιστορίες τους.
Όμως, από μια πρόχειρη έρευνα που έκανα, δεν έχουν γραφτεί τελικά τόσο πολλά βιβλία για παιδιά αναφορικά με την περίοδο της Χούντας: εκτός από τα Γενέθλια της Ζωρζ Σαρή, τη Σφεντόνα του Δαβίδ του Παντελή Καλιότσου, το Οι πελαργοί θα ξανάρθουν της Μαρούλας Κλιάφα, κάποιες σελίδες εδώ και κει της Άλκης Ζέη δεν μου έρχεται στο μυαλό κάποιο άλλο σημαντικό βιβλίο σχετικό με την περίοδο αυτή.
Ο Αυτζής λοιπόν, θέλει –περισσότερο ενεργώντας και ως εκπαιδευτικός που είναι- να μεταβιβάσει τη γνώση του για την περίοδο αυτή στα παιδιά, ταυτόχρονα όμως καταφέρνει και κινείται με επιτυχία σε ένα διακειμενικό λογοτεχνικό σύμπαν προκαλώντας έτσι τα παιδιά-αναγνώστες να κάνουν τις δικές τους διακειμενικές διασυνδέσεις: έτσι, εκτός από την ταύτιση της Αγγελικής Καρελλά με τη συγγραφέα, συνδέουμε επίσης την Καρελλά που είναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου με το νονό της ηρωίδας στα Γενέθλια ή τον αγωνιστή θείο Φαίδωνα με τον αντίστοιχο θείο των κοριτσιών στο Καπλάνι της βιτρίνας, ακόμη-ακόμη και στην μικρή Αγγελική που της αρέσει να παίζει με αγόρια βρίσκουμε ένα alter ego της Άννας από το Αυγουστιάτικο φεγγάρι της Μάστορη.
Αυτό που αποτελεί την κατ’ εξοχήν καινοτομία του βιβλίου είναι ότι μας κάνει να συναντηθούμε με μια σειρά προσωπικοτήτων και δημιουργημάτων μιας άλλης εποχής. Προσωπικότητες της τέχνης, του θεάτρου, της ποίησης, του ελληνικού σινεμά παρελαύνουν όπως ο Αυλωνίτης, ο Τσαρούχης, ο Σεφέρης, ενώ τραγούδια και τραγουδιστές του άλλοτε μοιάζουν σαν να ηχούν: Αντριάνο Τσελεντάνο, Ρόλιγκ Στόουνς, Σαββόπουλος, Λοϊζος και τόσοι άλλοι.
Σε αυτό το μυθιστόρημα που το κέντρο βάρους πέφτει στην παρέα των παιδιών –και στη δική τους αντίσταση- αξίζει να δούμε πώς ενυπάρχει η παιδική ηλικία. Τα παιδιά, μέσα από την αφέλεια της ηλικίας τους, δεν έχουν επίγνωση του κινδύνου, δρουν ανέμελα χωρίς να πολυυπολογίζουν αυτό που μπορεί να τους συμβεί. Σε αντίθεση με τους ενηλίκους που τους χαρακτηρίζει κρυψίνοια, καχυποψία, σιωπή και φόβος. Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική και έτσι δημιουργείται ένα διπλό σύμπαν: των παιδιών που δρουν και των ενηλίκων που κρυφομιλούν.
Από την άλλη, καθώς αφηγήτρια είναι η Αγγελική, μεταφέρεται καθ’ όλο το μυθιστόρημα η παιδική φωνή και προοπτική. Αυτό κάποτε γίνεται με τρόπο εξόφθαλμο αλλά πειστικό·διαβάζουμε (σελ. 141) «δεν γνωρίζαμε τον κύριο ΠΑΜ, απλώς τον φανταζόμαστε ψηλό, γεροδεμένο, με μακριά μαλλιά και γενναίο σαν τον Ηρακλή ή τον Σαμψών». Και βέβαια για τον ενήλικο κάποιας ηλικίας είναι προφανής –και αστεία- η παρανόηση των μικρών παιδιών που αγνοούν ότι το ΠΑΜ δεν ήταν άνθρωπος αλλά αντιστασιακή οργάνωση.
Ίσως γι’ αυτό το λόγο, επικαλούμενος την –φυσική- άγνοια των παιδιών για γεγονότα και έννοιες μιας αλλοτινής εποχής, ο εκπαιδευτικός Αυτζής ενισχύει την μυθιστορηματική κατασκευή του με πληροφορίες, τόσο με το εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα που προτάσσει όσο και με το χρονολόγιο σχετικών γεγονότων στο τέλος.
Θέλω να σταθώ στο σημείο που θεωρώ το πιο επίκαιρο –κατά την άποψή μου- ίσως και το πιο ξεχωριστό. Ναι, παρουσιάζονται γεγονότα ιστορικά και καταστάσεις/ζωές ανθρώπων, μέσα σε αυτά και οι ταλαιπωρίες τους. Έτσι συνήθως συμβαίνει σε βιβλία μυθοπλαστικά: δημιουργούν μια κεντρική αφήγηση και γύρω από αυτήν διαπλέκονται οι ζωές των ηρώων και οι δοκιμασίες τους. Όμως αυτό που μπαίνει πάνω και από αυτά στην αφήγηση του Αυτζή είναι η πρωτοκαθεδρία που δίνει στο βιβλίο. Τα βιβλία που κλαπήκαν από τον σιορ Φραντζέσκο, που δίναν χαρά στα παιδιά και ιδέες, γίνονται η κινητήρια δύναμη σε ένα μεγάλο τμήμα της πλοκής. Τα βιβλία είναι πολύ σημαντικά γι’ αυτά, θέλουν να τα βρουν και να τα πάρουν πίσω, γιατί, όπως λένε χαρακτηριστικά, «θέλαμε πίσω τη ζωή μας». Το βιβλίο είναι η ζωή του παιδιού και αυτή ακριβώς η άποψη φαντάζει επιτακτικά επίκαιρη σε μια τωρινή πραγματικότητα που το βιβλίο έχει καταστεί ανεπίκαιρο. Ο συγγραφέας γράφοντας και μιλώντας για βιβλία μέσα από τα βιβλία του ανοίγει έναν κόσμο στο μικρό άνθρωπο˙ αυτόν τον κόσμο καλείται το παιδί να τον ανακαλύψει, να τον εξιχνιάσει και σίγουρα να βρει ευχαρίστηση –και την ευχαρίστηση της μαθητείας στο βιβλίο- που δεν μπορεί να του προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία.
Ακόμη και μόνο γι’ αυτό –αλλά και για πολλά άλλα- οι Τιράντες με πείσμα διαβάζονται μέσα από το πείσμα για απολαυστική ανάγνωση ενός καλού παιδικού βιβλίου