Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

ΓΕΥΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ




  Γεύση πρώτη:


          «Αχ, μια μικρή φώκια!» ενθουσιάστηκα σαν την είδα.
           «Σσσς!» με κοίταξε ο πατέρας αυστηρά.
           Ακριβώς από κάτω στη μικρή αμμουδιά
           βρισκόταν μια φώκια. Δε φαινόταν να
           ενοχλήθηκε από τη φωνή μου. Εκατοστό
           δε μετακινήθηκε από τη θέση της.
           Μόνο το κεφάλι της έγειρε λιγάκι προς τα
           πάνω – ο Έρικ μόλις είχε προβάλει το δικό
           του και είδε τα υγρά της μάτια.
           Η φώκια έβγαλε ένα ξεψυχισμένο   Γουάαααβ!
           και κόλλησε ξανά τη μουσούδα της στην άμμο.

    (Απόσπασμα από το κεφάλαιο ΤΟ ΚΛΑΜΑ, σ. 30)


Γεύση δεύτερη:

   Το σπίτι που διατηρεί ο μπαμπάς στο νησί και   
          δεν το γνώριζα –μου το ’πε μόλις φτάσαμε ότι το
          είχε αγοράσει πριν από λίγα χρόνια, όταν ήταν
          ερείπιο, σε πολύ καλή τιμή– βρίσκεται σε ένα χωριό
          που το όνομά του είναι πολύ αστείο. «Στενή   Βάλα»
          το λένε, και όταν μου το είπε, έσκασα στα γέλια.
          Σαν να λέμε στενή βουβάλα, σκέφτηκα και συνέχισα
          να γελάω – ευτυχώς που ο Έρικ είχε ζαλιστεί και
          κοιμόταν στους καναπέδες του σκάφους, οπότε δεν
          πέταξε εκείνος την εξυπνάδα του, διότι αυτή τη φορά
          θα τον δικαιολογούσα.
          
          (Απόσπασμα από το κεφ. ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ, σ. 42)



Γεύση τρίτη:
               

«Στη Φούρκα, θείε Πέτρο, έχει πειρατές;» ρώτησε τόσο φυσικά
λες και τον ρωτούσε: «Θείε Πέτρο, σου αρέσει η Θεσσαλονίκη;». 
Τέτοιο πάθος με τους πειρατές πρώτη φορά βλέπω. Με τις ώρες
παίζει στο PlayStation παρέα με τον Τζακ Σπάροου. Νόμιζα
πως είχε ξεπεραστεί αυτή η μόδα.
Ο μπαμπάς δεν έχασε την ευκαιρία να του απαντήσει,
και μεταξύ σοβαρού και αστείου τού πρότεινε να έρθει
μαζί μας για να το ανακαλύψει μόνος του.
Άλλο που δεν ήθελε ο Έρικ.
Και τώρα από το πρωί τριγυρνάει μ’ ένα ζευγάρι κιάλια στον
λαιμό του και Ψάχνει να τους βρει. Με τα κιάλια του, λέει, θα
περιμένει και τον Τιμολέοντα να ξυπνήσει.
Μ’ αυτά παρακολουθούσε και τον μπαμπά όση ώρα
έραβε την πληγή του ζώου.

                                                (Από το κεφ. Ο ΕΡΙΚ ΚΑΙ Η ΣΚΟΥΦΙΑ ΤΟΥ, σ. 39)



Γεύση τέταρτη:

       
            “…Η φωνή του βιολόγου επιφυλακής από τον   
          ασύρματο που ο μπαμπάς είχε μόνιμα
          εγκαταστημένο στην κουζίνα το έλεγε
          καθαρά: «Κέντρο προς όλες τις κινητές
          μονάδες… Επείγον περιστατικό στη Γιούρα…
          Τραυματισμένη φώκια στη 
          σπηλιά του Κύκλωπα! Γιατρέ Καλομοίρη…
          Πέτρο μου, έλα γρήγορα! Η ομάδα διάσωσης
          ξεκινάει σε δέκα λεπτά!»
          Τι να έκανε ο καημένος ο μπαμπάς; Μόλις είχε
          ξυπνήσει και ετοίμαζε καφέ, το πρωινό του δηλαδή
          με δυο τρία παξιμάδια. Μα δεν πρόλαβε…”

          (Από το κεφ. Η ΤΡΕΛΑ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ, σ. 70)


  
Γεύση πέμπτη:


        «Αυτή είναι το σπήλαιο του Κύκλωπα που σας
         έλεγα», είπε τότε με περηφάνια ο καπετάν
         Πυθαγόρας.
         Κι εγώ πρόσεξα ότι περάσαμε στο εσωτερικό
         της με πολλή άνεση. Η είσοδος μπορεί να έχει
         ύψος ίσαμε 15 μέτρα.
            «Και είναι η μεγαλύτερη των Βορείων Σποράδων,
         παρακαλώ!» συνέχισε. «Με πλούσια ευρήματα.
         Εδώ που βλέπετε, το 1992, και για τρία χρόνια,
         έγιναν ανασκαφές από την Εφορεία Παλαιοαν-
         θρωπολογίας-Σπηλαιολογίας υπό τον καθηγητή
         Αδαμάντιο Σάμψων. Και ανακαλύφθηκαν
         ευρήματα που αποδεικνύουν πως η σπηλιά
         κατοικήθηκε σε διάφορες περιόδους, ειδικά τη
         Νεολιθική…»

         (Από το κεφ. ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΠΑ, σελ. 84)



Γεύση έκτη:

        
        "…Μισή ώρα αργότερα, στις 10.30’ σύμφωνα με το    
         ρολόι μου, ημέρα Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2008,
         το σχέδιό μας, αν και απλό, είχε συγκεκριμένο
         οργανόγραμμα – έτσι το έλεγαν οι άνθρωποι της
         MOm στα δικά τους σχέδια. Απέκτησε όνομα
         «Το τσίμπημα της αράχνης», γιατί αυτό το άκακο
         κατά τα άλλα έντομο κινείται και υφαίνει τον ιστό
         του αθόρυβα, κι αν χρειαστεί τσιμπάει, και εμείς
         «οι φίλοι της muhuri» – μουχούρι λένε στα Σουαχίλι
         τη φώκια και το όνομά της δώσαμε στην ομάδα για
         να πετύχουμε μυστικότητα– ήμασταν αποφασισμένοι
         να τσιμπήσουμε όποιον επιχειρούσε να βλάψει τις
         φώκιες…”
              
                                           (Από το κεφ. ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΝΗΣ, σ. 100)
  


Γεύση έβδομη:


        «Το ξέρετε ότι η περιοχή είναι γεμάτη με ναυάγια     
         πλοίων; Και ότι στον πυθμένα της θάλασσας, σε
         πολλά σημεία, υπάρχουν θαμμένοι θησαυροί; Ως
         και γερμανικό αεροπλάνο από τον πόλεμο του ’40
         έχουν καταπιεί τα νερά εδώ λίγο πιο βόρεια!» Αυτά
         μας είπε ο Αχιλλέας, και μπορεί η Βιβή και ο Φάνης
         να τα γνώριζαν όλα αυτά, ή η Αιμιλία να σφίχτηκε
         λιγάκι από τον φόβο, εγώ όμως ένιωσα την
         περιέργειά μου να ερεθίζεται ακόμα περισσότερο.
         «Έχει πλάκα να πήγε στο ναυάγιο…» πήγε και πάλι
         η φαντασία μου να οργιάσει αλλά δεν της το
         επέτρεψα.

                                           (Από το κεφ. ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΕΞΕΛΙΞΗ, σ. 110)




Γεύση όγδοη:

   Οταν ο Τζακ Σπάροου μιλούσε για την κατάρα     
         του μαύρου μαργαριταριού, ήξερε τι έλεγε.
         Κι εγώ αυτό φωνάζω από την ώρα που ήρθαμε
         στο νησί. Ξέρω πολύ καλά τι λέω και επαναλαμβάνω:
         «Και βέβαια υπάρχουν πειρατές!»
         Τους είδα με τα μάτια μου σ’ εκείνο το ιστιοφόρο.
         Δε φτάνει αυτό; Τι πρέπει να κάνω για να με
         πιστέψουν; Εκείνοι εκεί πάνω δεν ήταν απλοί
         τουρίστες που έκαναν ηλιοθεραπεία. Τους είδα   
         και μεταξύ μας, ο ένας φορούσε πειρατικό μαντήλι
         στο κεφάλι και οι άλλοι έριχναν κάτι μεγάλα
         κιβώτια στη θάλασσα. Μου λέτε σε τι χρησιμεύουν
         τα ξύλινα κιβώτια μέσα στη θάλασσα;

         (Στο κεφ. ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΕΙΡΑΤΕΣ, σ. 121)


  

Γεύση ένατη:

        
            Εκεί πάνω θα κρυφτώ σε πρώτο χρόνο, σκέφτηκα.   
         Αλλά την ίδια στιγμή αντίκρισα κάτι μοναδικό.
         Μια σκηνή που γι’ αυτή και μόνο θα έμπαινα
         ξανά και ξανά στο στόμα του λύκου.
         Βρισκόμουν απέναντι ακριβώς από κάποιον
         επίγειο παράδεισο. Γιατί με σκηνή παραδείσου
         έμοιαζε το μέρος αυτό του νησιού, που όμως
         δεν ήξερα ποιο είναι, αλλά αυτό δεν είχε καμιά
         σημασία. Η αξία του αποτυπωνόταν πάνω στη
         γυαλιστερή μουσούδα και στα εκφραστικά μάτια
         που αντίκρισα σε δεκάδες νεαρές φώκιες. Η ακτή
         σ’ αυτό το σημείο –από τη θέση του ήλιου έβλεπε
         μάλλον στην ανατολή–, αν και απόκρημνη,
         σχημάτιζε πολλά μικρά ορμητήρια, στις κροκάλες
         των οποίων αρκετές δεκάδες φώκιες, μικρές και
         μεγάλες, λιάζονταν. Ήταν μάλλον ώρα φαγητού
         και τα φωκάκια θήλαζαν. Κάποιες λούφαζαν στην
         κυριολεξία τεμπέλικα.

         (Από το κεφ. Η ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ ΒΓΗΚΕ ΝΙΚΗΤΗΣ, σ. 160)


Γεύση δέκατη:

         
         «Ο πατέρας μου;» Έμεινα να κοιτάζω με το          
         στόμα μου να χάσκει. Είχα αποσβολωθεί και
         δεν καταλάβαινα τι είχε γίνει. «Δηλαδή…» 
         Μ’ έναν διπλό ελιγμό ο Μαξ Ρίλκε, που φάνηκε να
         είναι έμπειρος στο τιμόνι, κατάφερε την τελευταία
         στιγμή να περάσει ξυστά πίσω από την Οδύσσεια.
         Το σκάφος της MOm, μόλις μας προσπέρασε,
         έστριψε ενενήντα μοίρες αριστερά και το Queen
         Elizabeth έπεσε πάνω στα δίχτυα, που ήταν ακόμα
         τεντωμένα· οι μισθοφόροι των παράνομων πλοια-
         ρίων δεν είχαν προλάβει να τα κόψουν. Και τώρα η
         σύλληψή τους ήταν υπόθεση λίγων λεπτών. Ο ένας
         μετά τον άλλον οι πειρατές έπεσαν όλοι στα χέρια
         των αντρών του Λιμενικού.  
         «Ζήτωωω!» άρχισαν να φωνάζουν τα παιδιά από
         την Οδύσσεια. Καμία φώκια δεν είχε πάθει το παρα-
         μικρό.

         (Από το κεφ. ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ, σ. 168)




ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ, ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Τιμολέων: είναι μια μεσογειακή φώκια που σε ηλικία περίπου τριών εβδομάδων
 βρέθηκε από τη Φλω και τον Έρικ τραυματισμένη στη Φούρκα Χαλκιδικής.
 Μεταφέρθηκε στο Κέντρο Περίθαλψης της Mom στην Αλόννησο.
Φλω ή Φλωρεντία: είναι αδερφή της Κρύστας και κόρη του βιολόγου και
κτηνίατρου Πέτρου Καλομοίρη, ειδικού συνεργάτη της Mom, και της
παιδοψυχολόγου Κορίνας Πετράκη από την Καλαμαριά Θεσσαλονίκης.
Είναι δεκατριών χρονών, θα πάει στη Δευτέρα γυμνασίου και αγαπάει
ιδιαίτερα τα ζώα της θάλασσας. Το όνομά της το συναντάμε και στο
μυθιστόρημα Μέτωπο στον καθρέφτη, που σημαντικό ρόλο έχουν η
Κρύστα και η μαμά της, η Κορίνα Πετράκη.
Έρικ Ρίλκε: είναι ο εντεκάχρονος γιος του Γερμανού Μαξ Ρίλκε και της
Ελληνίδας Κάλλιας Καλομοίρη, αδερφής του Πέτρου Καλομοίρη. Οι γονείς
του έχουν χωρίσει και ο Έρικ για ένα διάστημα φιλοξενείται στο σπίτι της Φλω.
Έχει μανία με τους πειρατές και κυκλοφορεί με ένα ζευγάρι κιάλια στο λαιμό του.
Πέτρος Καλομοίρης: είναι βιολόγος και κτηνίατρος, ειδικός συνεργάτης της
Mom (Εταιρίας για τη Μελέτη και Προστασία της Μεσογειακής Φώκιας).
Τον συναντάμε ελάχιστα στο μυθιστόρημα Μέτωπο στον καθρέφτη.
Καπετάν Πυθαγόρας: είναι γύρω στα εξήντα πέντε, άριστος δύτης, και τρέφει
μεγάλη αγάπη για τη θάλασσα. Έχει στην ιδιοκτησία του ένα καΐκι και μια βάρκα.
Συνεργάζεται με τη Mom και είναι ο φύλακας άγγελος της φώκιας Monachus
Monachus και του Θαλάσσιου Πάρκου.
Στην οικογένεια Καλομοίρη, εκτός από τον Πέτρο Καλομοίρη και τα δυο κορίτσια,
την Φλω ή Φλωρεντία και την Κρύστα ή Κρυσταλλένια, αναφέρονται ο παππούς
Κλέωνας και η γιαγιά Αργυρώ αλλά και η αδερφή του Πέτρου Κάλλια ή Καλλιθέα,
που έχει γιο τον Έρικ από τον αποτυχημένο γάμο της με τον Γερμανό Μαξ Ρίλκε.
Την οικογένεια συμπληρώνει η μάνα των δύο κοριτσιών, η Κορίνα Πετράκη που
είναι γόνος του Ανδρέα και της Ελευθερίας Πετράκη.
Στην ιστορία εμφανίζεται και μια ομάδα αγοριών και κοριτσιών, που μένουν ή
παραθερίζουν στην Αλόννησο και είναι οι καλοκαιρινοί φίλοι της Φλω. Αυτοί είναι:
ο Αχιλλέας, ο εγγονός του Καπετάν Πυθαγόρα, ο Φάνης, που
είναι μεγάλο πειραχτήρι, η Βιβή, με το χαρακτηριστικό της χιούμορ, και η Αιμιλία,
φίλη της Φλω από το σχολείο.
Εμφανίζονται επίσης οι πειρατές:
Χανς ή Κάπτεν-Μπαντάνας: είναι ο καπετάνιος του ιστιοφόρου. Φριτς: ένα τέρας
με ξανθιά αλογοουρά, τετράγωνο πρόσωπο και αφτιά σαν του Σρεκ. Ο Μπίλι
ένα γομάρι ελληνικής καταγωγής. Ο Γερμανός Χερ Τόμας που είναι ειδικός
στα ναυάγια. Η Φροϊλάιν Ίνγκε μια ξανθιά Γερμανίδα καλλονή και η Λία που έχει
διπλό ρόλο.
Χωροχρόνος
Η υπόθεση εκτυλίσσεται χρονικά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2008
στην Φούρκα Χαλκιδικής, τον τόπο της εξοχικής κατοικίας του Πέτρου
Καλομοίρη. Και συνεχίζεται στην Αλόννησο και στο Θαλάσσιο Πάρκο των
Βορείων Σποράδων, όπου ο Πέτρος Καλομοίρης εργάζεται εκεί ως ειδικός
συνεργάτης.

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

ΦΛΩ ΚΑΙ ΤΙΜΟΛΕΩΝ - ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ





Όταν δεις φώκια Monachus, μην τρέξεις κοντά της. Δεν είναι αξιοθέατο. Είναι από τα πιο σπάνια και φοβάται…

Αν και το στοιχείο της φωτιάς είναι αυτό που με χαρακτηρίζει, το νερό και ειδικότερα η θάλασσα είναι αυτή που με ηρεμεί, με συνεπαίρνει, με κάνει να ονειρεύομαι… Ανέκαθεν ήθελα να ζω δίπλα στη θάλασσα. Η ζωή στο βυθό και ειδικά οι φάλαινες, τα δελφίνια, οι χελώνες και οι φώκιες μοναχοί είναι τα πλάσματα που με γοητεύουν περισσότερο.
Και θυμώνω πολύ με όλους αυτούς που χωρίς λόγο, έτσι για το κέφι ή το συμφέρον τους, θανατώνουν αναίτια αυτά τα υπέροχα πλάσματα.

Σκέψεις και λόγια για το βιβλίο

Ο σπόρος λοιπόν ενός τέτοιου μυθιστορήματος, ενός κειμένου με πρωταγωνιστές παιδιά και ένα από αυτά τα ζώα, υπήρχε μέσα μου από πολύ παλιά. Αλλά δεν είχε μορφή, δεν γνώριζα ούτε τα πρόσωπα, ούτε τον τίτλο, δεν υπήρχε καν σκελετός, μόνο μια ιδέα.
Η μορφή και τα πρόσωπα άρχισαν να σχηματοποιούνται αργότερα. Το 2000, έπεσε τυχαία στα χέρια μου ένα περιοδικό που μία του στήλη-άρθρο αναφερόταν στη δράση της Mom στις βόρειες Σποράδες σχετικά με τη σωτηρία της φώκιας Monachus-Monachus. Και ομολογώ πως μέχρι εκείνη τη στιγμή αγνοούσα ότι και το συγκεκριμένο θαλάσσιο θηλαστικό κινδυνεύει με εξαφάνιση. Αυτό ήταν και το γεγονός που ξεκαθάρισε μέσα μου τον έναν από τους δύο πρωταγωνιστές, τη φώκια.
Το 2001, καλεσμένος ως συγγραφέας στο ευρωπαϊκό σχολείο στο Λουξεμβούργο από το ελληνικό τμήμα και συγκεκριμένα από την κυρία Λυδία, μια πολύ δραστήρια ελληνίδα μάνα, γνώρισα τους εκεί Έλληνες μαθητές και ανάμεσά τους τα παιδιά της, τη Φλωρεντία, δηλαδή Φλω, και τον Τιμολέων. Δυο υπέροχα παιδιά, πανέξυπνα, που τα ονόματά τους μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση, κυρίως για την ηχητική τους χροιά. Έτσι πήρα την απόφαση οι ήρωές μου να είναι ένα κορίτσι, γύρω στα δώδεκα με δεκατρία, με το όνομα Φλω (Φλωρεντία) και ένα αρσενικό φωκάκι με το όνομα Τιμολέων.
Από τότε πάλεψα πολύ να ξεθαμπώσω τη μορφή, την ψυχή και το χαρακτήρα της ηρωίδας μου, να βρω την υπόθεση του νέου κειμένου- μυθιστορήματος, να ξετυλίξω το κουβάρι του μύθου και να φτάσω στη λύτρωση, αλλά… Όσο και να προσπάθησα, όσο κι αν δοκίμασα με τον έναν ή τον άλλο χαρακτήρα, τη μια ή την άλλη εκδοχή στην πλοκή, το αποτέλεσμα ήταν πάντα ίδιο, μια θολή εικόνα. Γι’ αυτό και το άφησα σε μια γωνίτσα του μυαλού μου να ωριμάσει. Θυμάμαι ήταν το 2002, μόλις είχαν γεννηθεί τα παιδιά μου.
Αντί για αυτό ήρθε το «Όστρακο στα μαλλιά» που για να γραφτεί, να βρει το δρόμο του και να γίνει βιβλίο από τις εκδόσεις Ψυχογιός πέρασαν οχτώ χρόνια, ταυτόχρονα «Τα Χριστούγεννα του Αλήτη», από πίσω τους με διαφορά δύο ετών κυκλοφόρησε το «Μέτωπο στον καθρέφτη» και παράλληλα οι «Οικολογικές Διακοπές» και κατόπιν τρεις μικρές ιστορίες με τον Ορφέα, δηλαδή «Ένα ψυγείο για τον Ορφέα», «Ο Ορφέας και οι αθλητές του ανέμου» και «Ο Ορφέας και οι νταήδες με τα κίτρινα ποδήλατα».
Στο μεταξύ ο σπόρος του Τιμολέοντα και της Φλω ωρίμαζε μέσα μου. Οι πληροφορίες για τη Mom, τις βόρειες Σποράδες με το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο, την Αλόννησο και τις φώκιες πλήθαιναν και το 2012 κατάφερα να τις ταξινομήσω, να ξεδιαλέξω τις πιο ταιριαστές για την υπόθεση της ιστορίας μου, να βρω τον τίτλο «Φλω και Τιμολέων – Το κάλεσμα της φώκιας» και να γράψω τις πρώτες τριάντα σελίδες. Τότε μαζί με την ηρωίδα μου πήραν σάρκα και οστά και μερικοί ακόμα χαρακτήρες. Τα μέλη της οικογένειας της, ο κτηνίατρος και πατέρας της Φλω Πέτρος Καλομοίρης, η παιδοψυχολόγος και μητέρα της Κορίνα και η μεγαλύτερη αδερφή της η Κρύστα. Και τους τρεις, σε δευτερεύοντες όμως ρόλους, τους συναντούμε και στο «Μέτωπο στον καθρέφτη». Σάρκα και οστά απέκτησε επίσης και ο Έρικ, πρώτος ξάδερφος της Φλω και ανιψιός του Πέτρου. Αυτός προοριζόταν για το ρόλο του αντιήρωα.
Αλλά το κουβάρι της κλωστής μου άρχισε και πάλι να μπλέκεται, μετά τις πρώτες τριάντα σελίδες υπήρχαν συνεχώς κόμποι. Άλλοι ήρωες με πιο δυνατούς χαρακτήρες εμφανίστηκαν στο προσκήνιο, η Νανά με το «Τρελό μου αμαξίδιο», κάποιοι άλλοι που έγιναν και αυτοί ήρωες βιβλίων μου και η Γιασμίν που πρωταγωνιστεί στη μικρή ιστορία «Γιασμίν, μια ζωή από την αρχή». Η Φλω και ο Τιμολέων έμειναν για δεύτερη φορά πίσω, αλλά σε μια πιο ζεστή γωνιά του μυαλού μου –φαίνεται, ο σπόρος χρειαζόταν κι άλλο χρόνο να ωριμάσει.
Και ωρίμασε.
Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, που ωριμάζει ένα θέμα, στο μυαλό μου γίνεται τρελό πανηγύρι. Με λίμνη μοιάζει που μόλις ταράχτηκαν τα νερά της από κάποιο βότσαλο έμπνευση και όλα, πρόσωπα, ήρωες και αντιήρωες, σκηνικό, εικόνες, συναισθήματα, επιμέρους γεγονότα κ.ά. τρέχουν και σπρώχνονται το ένα με το άλλο για να καταλάβουν τη θέση τους.
Και το μυθιστόρημα δεν είναι ένα ήρεμο ποταμάκι που τα νερά του κυλούν έτσι απλά μέχρι να καταλήξουν στη θάλασσα. Το μυθιστόρημα μοιάζει με αέρινο χορευτή που άλλοτε λικνίζεται αισθησιακά κι άλλοτε τινάζεται στον αέρα, εκτοξεύεται, κάνει ανάποδες στροφές, ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί και καλπάζει. Και είναι τόσο γοργός ο ρυθμός του που δυσκολεύεσαι να το ακολουθήσεις, μα συνάμα μαγεύεσαι από τις αρετές του, τις τεχνικές αφήγησης, τις ανατροπές, τον αισθησιασμό του. Είναι από εκείνα που πολλάκις σου κόβουν την ανάσα.
Αυτό προσπάθησα να κάνω και τούτη τη φορά. Ως δημιουργός δεν έμεινα παρατηρητής σε κάποιο ανέγγιχτο και απόρθητο κάστρο. Βίωσα τις καταστάσεις των ηρώων, μπήκα στο πετσί του ρόλου τους –κάθε φορά μου συμβαίνει αυτό και είναι συναρπαστικό– στην αρένα της βιοπάλης και μάτωσα, πόνεσα μαζί τους. Τους ακολούθησα σε κάθε τους βήμα, όλους μαζί κι έναν-έναν χωριστά. Τα παιδιά, τους μεγάλους. Η ανάσα μου έγινε ένα με τη δική τους. Κι ένιωσα κάθε τους σκίρτημα, κάθε τους συναίσθημα. Ένιωσα την αγωνία και το φόβο για το άγνωστο, τον αυθορμητισμό και τη διάθεσή τους για περιπέτεια, την περιέργεια τέλος και το πάθος που χαρακτηρίζει τη νιότη τους. Επέδειξα όμως, όπως όφειλα, εγκράτεια και σωφροσύνη και κράτησα τις ισορροπίες μέχρι να έρθει η κάθαρση, δίχως λάθη, αλλά με αναπάντεχες ανατροπές και απόλυτη ειλικρίνεια.
Βιώνοντας όλο αυτό το ταξίδι από την αρχή μέχρι το τέλος, ένιωσα για άλλη μια φορά τη λύτρωση και συνάμα αγάπησα τη Φλω για την γνησιότητα του χαρακτήρα και τον αυθορμητισμό της. Ζήλεψα τη ζωή του Πέτρου Καλομοίρη. Θαύμασα τον καπετάν Πυθαγόρα για την απλότητα της σκέψης και των αποφάσεών του. Εκστασιάστηκα από τις ομορφιές του τοπίου. Συγκινήθηκα από τις υπερπροσπάθειες των ηρώων-ανθρώπων της Mom. Και ένιωσα περήφανος για την ευστροφία και την ευρηματικότητα του Έρικ.
Άλλο ένα ταξίδι συγγραφής, αυτή τη φορά παρέα με τη Φλω και τον Τιμολέων, έχει φτάσει στο τέλος του. Το τρίτο μου μυθιστόρημα: «Φλω και Τιμολέων. Το κάλεσμα της φώκιας» είναι πια γεγονός. Σειρά έχει τώρα το ταξίδι του βιβλίου από χέρι σε χέρι και από καρδιά σε καρδιά, αλλά και τα δικά σας πολλαπλά ταξίδια στα μονοπάτια της ιστορίας.
Και εγώ, με ένα αίσθημα ικανοποίησης, εκτός από τη Σίσσυ μου και τα δυο μας παιδιά, τον Πρόδρομο και την Ελευθερία, οφείλω χιλιάδες ευχαριστώ στις Εκδόσεις Ψυχογιός, τη συγγραφική μου οικογένεια, και τον κ. Θάνο προσωπικά που τόσα κάνει για όλους τους συγγραφείς του και για μένα προσωπικά και μου προσφέρει ασφάλεια.
Κι επειδή οι εκδόσεις Ψυχογιός δεν είναι ένα πρόσωπο αλλά πολλά, οφείλω άπειρα ευχαριστώ στις αγαπημένες όλων μας, στην καλή νεράιδα του εκδοτικού, τη Δομινίκη Σάνδη, αλλά και στην Αγγέλα Σωτηρίου, τον φύλακα άγγελο όλων. Στην Κλειώ Ζαχαριάδη για την έγνοια και τις πολύτιμες συμβουλές της, αλλά και στην Πόπη Γαλάτουλα και στη Χρυσούλα Τσιρούκη που ρίχνει την τελευταία ματιά και χτενίζει το κείμενο όπως η μάνα τα παιδιά της. Σε όλα τα κορίτσια και τα αγόρια που εργάζονται με τόσο πάθος, προκειμένου να εκπληρωθούν τα δικά μας όνειρα αλλά και τα δικά σου…
Εύχομαι η Φλω και ο Τιμολέων να γίνουν οι αγαπημένοι σου ήρωες, αυτοί που θα σε συναρπάσουν και Το κάλεσμα της φώκιας αφενός να αγαπηθεί από εσένα, τη φίλη και τον φίλο σου αναγνώστη, αφετέρου να γίνει ο αγγελιοφόρος που θα μεταφέρει το μήνυμα για τη σωτηρία της φώκιας Monachus-Monachus σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας, σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Να το αγαπήσεις, αγαπημένη και αγαπημένε μου φίλε και καλή σου απόλαυση!

Μερκούριος Αυτζής

Συγγραφέας – Εκπαιδευτικός

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

ΓΙΑΣΜΙΝ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ, 14/10/2017

Μερκούριος Αυτζής, «Γιασμίν», εκδόσεις Ψυχογιός
Για το βιβλίο μίλησε ο συγγραφέας και παρουσιαστής Χρήστος Δημόπουλος αλλά και ο ίδιος το συγγραφέας του.
Η εκδήλωση πλαισιώθηκε μουσικά από την χορωδία του 1ου Δημοτικού Σχολείου Μελισσίων, με την καθοδήγηση της δασκάλας μουσικής Μαρίας Τσικούρα.
Τα παιδιά είχαν τη δυνατότητα επίσης, να συμμετάσχουν σε ένα βιωματικό εργαστήρι με την εικονογράφο Ναταλία Καπατσούλια.
Μερκούριος Αυτζής, «Γιασμίν», εκδόσεις Ψυχογιός
Ο κος Χρήστος Δημόπουλος απευθυνόμενος προς τους γονείς αναρωτήθηκε, «Μιλάμε στα παιδιά μας για πράγματα δυσάρεστα, για πράγματα που φοβόμαστε πως θα τα αναστατώσουν ή θα τα τραυματίσουν; Μιλάμε για την αρρώστια, για την απώλεια, για τον θάνατο; Μιλάμε για τον πόλεμο, για την προσφυγιά;» και απάντησε θετικά αλλά σημείωσε ιδιαίτερα τον τρόπο που θα το κάνουμε.
Ανέπτυξε τα επιχειρήματά του και κατέθεσε την εμπειρία του από τη μέχρι τώρα συγγραφική του δουλειά, την επαφή του με τα παιδιά και τους γονείς αλλά και από την τηλεοπτική του πορεία, με εκπομπή για παιδιά η οποία του προσέφερε πλούσια εμπειρία. Ο κος Δημόπουλος μας έκανε την τιμή να μας παρασχέσει το πλήρες κείμενο της ομιλίας του, χρήσιμο πιστεύω για κάθε γονιό.
Μερκούριος Αυτζής, «Γιασμίν», εκδόσεις Ψυχογιός
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ
«Συχνά αναρωτιόμαστε: Μιλάμε στα παιδιά μας για πράγματα δυσάρεστα, για πράγματα που φοβόμαστε πως θα τα αναστατώσουν ή θα τα τραυματίσουν; Μιλάμε για την αρρώστια, για την απώλεια, για τον θάνατο; Μιλάμε για τον πόλεμο, για την προσφυγιά;
Κάποτε, είχα ρωτήσει ένα μικρό παιδάκι στην εκπομπή που έκανα στην ΕΡΤ, το Ουράνιο Τόξο, τι δουλειά έκανε ο πατέρας του. Γυρίζει το παιδάκι με μια απίστευτη άνεση και μου λέει: εμένα ο πατέρας μου έχει πεθάνει. Κοκάλωσα. Δεν ήξερα τι να πω. Σταμάτησα το γύρισμα.
Ήταν η μοναδική φορά που σταμάτησα το γύρισμα. Κι ύστερα κατάλαβα. Το παιδί εκείνο είχε αποδεχτεί το γεγονός, το είχε κατανοήσει, είχε συμφιλιωθεί μαζί του, και ξέρετε γιατι; Γιατί τα παιδιά είναι πολύ πιο σκληρά απ’ ό,τι πιστεύουμε, πολύ πιο ώριμα και δεν κουβαλάνε βαρίδια κλισέ όπως εμείς οι μεγάλοι. Είναι σε θέση να αφομιώσουν σχεδόν τα πάντα. Άρα, ναι: σαφώς και μιλάμε στα παιδιά για όλα αυτά που εμείς νομίζουμε πως είναι ταμπού. Αλλά μιλάμε, καθόμαστε, εξηγούμε, αναλύουμε...
Κι εδώ έρχεται το δεύτερο ερώτημα: Πώς μιλάμε στα παιδιά για όλα αυτά; Με ποιον τρόπο; Δεν υπάρχει παρά μόνον ένας. Με αγάπη. Δεν θα πω τίποτα άλλο, παρά μονάχα πως ο Μερκούριος Αυτζής μιλάει στα παιδιά για ένα θέμα δύσκολο, δυσάρεστο, με αγάπη.
Και τώρα στα παιδιά, τα παιδιά που μαζεύτηκαν εδώ σήμερα για ν’ ακούσουν την ιστορία της Γιασμίν.
Πριν από πολλά πολλά χρόνια – εσείς δεν είχατε γεννηθεί, δεν είχαν γεννηθεί ούτε οι γονείς σας, δεν είχαν γεννηθεί ούτε κι οι παππούδες σας, η δική μου η γιαγιά έφτασε στην Ελλάδα από απέναντι, από την Τουρκία, απ’ τη Σμύρνη. Ήταν πρόσφυγας. Και τι πα’ να πει πρόσφυγας, θα με ρωτήσετε.
Μερκούριος Αυτζής, «Γιασμίν», εκδόσεις Ψυχογιός
Πρόσφυγας είναι κάθε άνθρωπος που για διάφορους λόγους αναγκάζεται να αφήσει την πατρίδα του και να ψάξει σ’ έναν άλλον τόπο μια καλύτερη τύχη, μια καλύτερη ζωή. Είτε γιατί υπάρχει πόλεμος, είτε γιατί κάποιοι τον κυνηγούν και θέλουν να του κάνουν κακό, ο πρόσφυγας δεν έχει άλλη λύση παρά ν’ αφήσει πίσω τον τόπο του, το σπίτι του, τη γειτονιά του. Ν’ αφήσει πίσω τους φίλους και τους δικούς του πολλές φορές, ν’ αφήσει πίσω για πάντα όλα όσα αγάπησε, τα τοπία, τις μυρωδιές, τις γεύσεις και να βρεθεί σε τόπο άγνωστο και ξένο.
Δεν είναι εύκολο να είσαι πρόσφυγας.
Η γιαγιά μου το έμαθε καλά αυτό. Ήρθε εδώ, στην Αθήνα, με πέντε παιδιά, χωρίς την περιουσία της, χωρίς γνωστούς και φίλους, χωρίς τίποτα. Και με πίστη, πείσμα, κόπους, αγώνες και αγάπη έφτιαξε εδώ μια καινούργια ζωή. Εδώ μεγάλωσε τα παιδιά της, μαζί και τη μάνα μου κι έτσι κι εγώ γεννήθηκα εδώ από γενιά προσφύγων...
Ηρωίδα του βιβλίου μας είναι η Γιασμίν. Γιασμίν πα’ να πει γιασεμί κι όλοι ξέρουμε πόσο όμορφο λουλούδι είναι το γιασεμί και πώς μοσχοβολάει. Γι’ αυτό άλλωστε τη βγάλανε Γιασμίν οι γονείς της και γι’ αυτό τη φωνάζανε χαϊδευτικά «λουλούδι μου».
Μόνο που εκεί που έμενε η Γιασμίν με τους γονείς της, μια μέρα όλα γύρισαν ανάποδα: τα πίσω μπρος και τα πάνω κάτω. Οι μέρες γίναν σκοτεινές, κατάμαυρες απ’ τους καπνούς που έκρυβαν τον ήλιο κι οι νύχτες λάμπαν κατακόκκινες απ’ τις φωτιές που έκαιγαν τριγύρω. Το χώμα ήταν πικρό και παγερό σαν πέτρα και πουθενά δεν έβρισκαν μέρος για να σταθούν, ούτε η Γιασμίν, ούτε οι γονείς της, μα ούτε κι η αγαπημένη της σκυλίτσα, η Σελήνη.
Μερκούριος Αυτζής, «Γιασμίν», εκδόσεις Ψυχογιός
Η Γιασμίν φοβότανε πολύ, μα οι γονείς της πάντα την καθησύχαζαν λέγοντάς της πως «όλα καλά θα πάνε».
«Όλα καλά θα πάνε, λουλούδι μου, θα δεις!» Μα ο πόλεμος δεν ακούει πάντα τις ευχές μας κι ούτε βέβαια μας κάνει τα χατίρια μας. Κι οι μέρες που περνούσαν συνέχιζαν να είναι σκοτεινές κι οι νύχτες να φωτίζονται απ’ τις φλόγες.
Και τότε η Γιασμίν και οι γονείς της πήραν τη μεγάλη, τη δύσκολη απόφαση να φύγουν. Ν’ αφήσουν πίσω τους για πάντα όλα όσα αγάπησαν, τα τοπία, τις μυρωδιές, τις γεύσεις και να κινήσουν για τόπους άγνωστους και ξένους με την ελπίδα πως «όλα καλά θα πάνε».
Κι έτσι ξεκίνησαν μια μέρα και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς, χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει.
Δε θα σας φανερώσω το τέλος του παραμυθιού. Πρέπει εσείς να το ανακαλύψετε, διαβάζοντας την ιστορία της Γιασμίν.»
Μερκούριος Αυτζής, «Γιασμίν», εκδόσεις Ψυχογιός
ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ ΑΥΤΖΗΣ
Κάθε λογοτεχνικό βιβλίο κρύβει μέσα του μικρές και μεγάλες αλήθειες. Και μπορούμε να πούμε πως είναι ο καθρέφτης του εσωτερικού
κόσμου του συγγραφέα ή καλύτερα ο καθρέφτης της ψυχικής του διάθεσης τη στιγμή που το γράφει.
Αυτό ακριβώς συνέβη και με τη Γιασμίν. Γράφτηκε σε μια περίοδο μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης. Πριν από ενάμιση χρόνο περίπου, συγκεκριμένα τον Γενάρη του 2016, τότε που τα ΜΜΕ μας βομβάρδιζαν με όλες εκείνες τις φριχτές εικόνες της προσφυγιάς.
Ακόμα θυμάμαι τις λαστιχένιες βάρκες τις γεμάτες ταλαίπωρους ανθρώπους, γέρους, γυναίκες, παιδιά… Τα ξεβρασμένα κορμιά στις ακτές. Τα γεμάτα θλίψη και απόγνωση μάτια των παιδιών. Αλλά και τους πρόσφυγες στα κέντρα περίθαλψης τότε με τις άθλιες υποδομές και τους τόνους λάσπης… Τις εικόνες με τους φράχτες και τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα που όρθωσαν στα σύνορά τους οι βορειότεροι από μας και που δυστυχώς ακόμα έχουν ορθωμένα. Και φυσικά θυμάμαι τις εικόνες με τους απλούς ανθρώπους των νησιών και των πόλεών μας που άνοιξαν τα σπίτια τους και τις καρδιές τους σ’ αυτούς τους ανθρώπους...
Η Γιασμίν γράφτηκε σε μια στιγμή έντονης συναισθηματικής φόρτισης, όταν δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο.
Μερκούριος Αυτζής, «Γιασμίν», εκδόσεις Ψυχογιός
Πώς όμως να μιλήσεις στο παιδί για ένα τόσο καυτό ζήτημα; Με ποια λόγια και με ποιο τρόπο; Φυσικά δεν μπορείς και να μην μιλήσεις. Ούτε να αφήσεις όλες αυτές τις φριχτές εικόνες να βαραίνουν την ψυχή του. Όχι. Ο συγγραφέας όταν έχει να πει κάτι το λέει. Το γράφει. Γράφει γιατί έχει την ανάγκη να επικοινωνήσει με τους αναγνώστες του. Και γράφει με ειλικρίνεια, λέγοντας την αλήθεια, χωρίς να επικαλύπτει την πραγματικότητα, αλλά και χωρίς να φορτώνει την ψυχή του παιδιού με βαρίδια. Δίνει πάντα την αισιόδοξη πλευρά της ζωής. Γιατί μπορεί στη ζωή μας να φαίνεται πως τις περισσότερες φορές νικάει το κακό, στην πραγματικότητα όμως ο τελικός θριαμβευτής είναι το ΚΑΛΟ. Αυτό νικάει. Κι αυτό προσπάθησα να δώσω με το συγκεκριμένο μου βιβλίο. Για να μάθει το παιδί αναγνώστης και μέσα απ’ τη δική μου γραφή τι είναι ο πόλεμος, τι είναι η προσφυγιά.
Άλλωστε το θέμα του πολέμου και της προσφυγιάς δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Αυτά τα δυο δεν έχουν σύνορα. Ούτε πατρίδα. Και σε μας τους Έλληνες είναι γνωστά και τα δυο. Την προσφυγιά τη γνώρισαν οι παππούδες μας…
Προσωπικά με το θέμα της προσφυγιάς ήρθα σε επαφή όταν γνώρισα τη γυναίκα μου. Οι παππούδες της, και από τους δύο
γονείς, ήταν Πόντιοι που το 1922 ήρθαν πρόσφυγες στη μητέρα Ελλάδα. Οι αφηγήσεις τους, ιδιαίτερα του παππού Γιάννη, παραστατικότατες.
Μερκούριος Αυτζής, «Γιασμίν», εκδόσεις Ψυχογιός
Χρόνια λοιπόν κυοφορούσε το θέμα στο μυαλό μου. Πέρσι όμως με όλες αυτές τις φριχτές εικόνες δεν άντεξε, βγήκε στην επιφάνεια και γεννήθηκε. Χάρη και σε μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα, ενός κοριτσιού σε φωτογραφία, που στο πρόσωπό της είδα την ηρωίδα μου, τη Γιασμίν. Και η Γιασμίν αν και έχει πατρίδα είναι παιδί του κόσμου…
Συρία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Χώρες της Αφρικής, πρώην Γιουγκοσλαβία, Μικρά Ασία, Πόντος, Σμύρνη…
Στο πρόσωπό της εικονίζονται όλα τα παιδιά του κόσμου, που το μόνο που θέλουν είναι τα βασικά για να ζήσουν: Φαγητό, ρούχα, στέγη, οικογένεια, υγεία, μόρφωση, αγάπη.
Άλλωστε αυτά δεν θέλουμε και όλοι μας;
Σας ευχαριστώ!
Μερκούριος Αυτζής, «Γιασμίν», εκδόσεις Ψυχογιός
Ένα κορίτσι, η Γιασμίν... Ένας σκυλάκος, ο Χνούδης... Τα βλέμματά τους θα ανταμώσουν κι αμέσως μια πολύτιμη αγάπη θ’ αρχίσει να γεννιέται.

Η Γιασμίν είναι προσφυγάκι και δεν έχει γονείς. Τους έχασε στο ταξίδι τους προς την ελευθερία... Ο Χνούδης ζει σ’ ένα σπίτι όπου περισσεύει η αγάπη... Στο σπίτι αυτό, κοντά σε ανθρώπους που ξέρουν να αγαπούν, η Γιασμίν θα αρχίσει μια ζωή από την αρχή.
Ο Μερκούριος Αυτζής γεννήθηκε στην Ξεχασμένη Ημαθίας. Σπούδασε παιδαγωγικά και θέατρο και είναι κάτοχος Μaster Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετεκπαιδεύτηκε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο και από το 1987 εργάζεται στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Την οχταετία 1997-2005 ασχολήθηκε με το παιδικό θέατρο ως εμψυχωτής στο θεατρικό εργαστήρι του Δήμου Μάνδρας Αττικής. Από το 1994 γράφει βιβλία για παιδιά και νέους. Έχει βραβευτεί τρεις φορές από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά για τα έργα του: "Το τραγούδι του κότσυφα", "Ο Σοφούλης της Βίβλιπουτ" και "Αν τα παιδιά χτίζαν το αύριο". Πήρε μέρος ως εισηγητής σε συνέδρια παιδικής λογοτεχνίας. Μετέχει ενεργά στον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (Ελλ. Τμήμα της IBBY) από το 1998 και από το 2002 εκλέγεται σύμβουλος και έφορος στο Δ.Σ. αυτού.

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

"ΓΙΑΣΜΙΝ, μια ζωή από την αρχή", Παρουσίαση Μαρίας Πετκανοπούλου

Παρουσίαση Μαρίας Πετκανοπούλου[1]
Γιασμίν, μια ζωή από την αρχή, Μερκούριος Αυτζής, εκδόσεις Ψυχογιός
31.05.2017, Ιανός στη Θεσσαλονίκη

Όταν σου απευθύνεται η πρόσκληση να παρουσιάσεις το βιβλίο ενός συγγραφέα, νιώθεις τιμή και μεγάλη χαρά. Μπαίνεις σε μια διαδικασία να μετατρέψεις σε λόγια την εικόνα που έχεις για τον συγγραφέα, αυτά που ένιωσες όταν διάβασες το βιβλίο και να παρουσιαστείς σε ένα κοινό στο οποίο θα τα φανερώσεις. Αφετηρία της προετοιμασίας μου λοιπόν, μια σύμβαση διατήρησης συνέπειας πολυεπίπεδης αναφοράς. Είναι ο συγγραφέας, το ανάγνωσμα, το κοινό και ο εαυτός σου και πρέπει να παραμείνεις συνεπής και στους 4 συμμετέχοντες τη στιγμή της παρουσίασης.
Από αυτήν τη δέσμευση ξεκίνησα να καταγράφω όλα όσα ένιωθα, σκεφτόμουν και ήξερα για τον Συγγραφέα, όλα όσα ένιωσα όταν διάβασα το βιβλίο και όλα όσα θα με συνδέσουν μαζί σας το σύντομο διάστημα που θα κρατήσει η παρουσίαση του βιβλίου.

Μερκούρη, θέλω να σε ευχαριστήσω για την τιμητική αυτή πρόσκληση να είμαι εγώ που θα μιλήσω για τη Γιασμίν σου, στην πρώτη της παρουσίαση. Τον κ. Μερκούρη τον γνωρίζω εδώ και 7 χρόνια και ήταν ο πρώτος συγγραφέας που συνάντησα, όταν αμέσως μετά την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου, πήγα στην Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με μια διάθεση και μια αγωνία διαφορετική από τις προηγούμενες χρονιές. Μίλησα μαζί του λίγες κουβέντες γνωριμίας του χώρου, αλλά αρκετά ενδεικτικές για να διαμορφώσω μια άποψη πολύ θετική, η οποία όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά ενισχύθηκε με τα χρόνια από τη διαπίστωση ότι είναι από τη στόφα των ανθρώπων, που τους ανακαλύπτεις, όταν μιλούν για αυτούς τα έργα τους και όχι οι ίδιοι. Θα μου πείτε χαμηλών τόνων; Όχι, είναι θέμα ήθους στο χώρο. Ο Μερκούρης συνδυάζει δύο ρόλους και τους υπηρετεί χωρίς ο ένας να λειτουργεί εις βάρος του άλλου. Είναι ένας αξιόλογος συγγραφέας και ένας εξίσου αξιόλογος εκπαιδευτικός με μια συνεχή παρουσία εδώ και 18 χρόνια στα λογοτεχνικά πράγματα. Τα 24 βιβλία που τον καθιέρωσαν στον χώρο, γνώρισαν αποδοχή, αναγνώριση και καταξίωση. Πέρσι διάβασα και αγάπησα πολύ το βιβλίο του, «Οι Νότες του παππού ταξιδεύουν» και φέτος ήρθε μια ΓΙΑΣΜΙΝ που αγαπήθηκε το ίδιο, προκαλώντας μου μεγάλη συγκίνηση, για να ολοκληρώσει την εικόνα που έχω για τον συγγραφέα Μερκούρη Αυτζή.
Σ’ αυτό το σημείο θέλω να σου απευθύνω διπλά τα ευχαριστώ γιατί παρουσιάζω με πολλή χαρά το βιβλίο αυτό για τη Γιασμίν, ένα γιασεμί που δεν του επέτρεψαν να ανθίσει εκεί που φύτρωσε, αναγκάστηκε στην αρχή της ζωής του να φύγει με τους γονείς του από την πατρίδα του, για να σωθούν από τον πόλεμο και μέσα από απρόβλεπτους κινδύνους να ψάξει μια ζωή από την αρχή.
Όταν μεγαλώνεις με τα ακούσματα ανθρώπων που χρειάστηκε να αρχίσουν τη ζωή τους από την αρχή, δεν μπορεί παρά διαβάζοντας ένα τέτοιο βιβλίο, να κάνεις ένα ταξίδι στον εαυτό σου και στις μνήμες σου.
Χθες ήταν οι παππούδες μας, σήμερα είναι η Γιασμίν και αύριο; Κανένας δεν ξέρει… Κανένας δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει ότι το τέρας που λέγεται πόλεμος χόρτασε. Γιατί το τέρας, δεν είναι άλλο παρά άνθρωποι, που δεν χόρτασαν από εξουσία, δύναμη, χρήμα και παρανοϊκότητα, που σχεδιάζουν και προκαλούν πολέμους για να κερδίσουν καταστρέφοντας ζωές, δομές, ομορφιές, με αδιαφορία για το ότι το τέρας που εκτρέφουν δεν καταστρέφει μόνο τα λουλούδια αλλά εξαφανίζει και το χώμα όπου ανθίζουν.
Ο κ Αυτζής μας παράδωσε ένα παραμύθι που απευθύνεται σε παιδιά αλλά όπως έλεγε κάποτε ένας Άραβας αφηγητής παραμυθιών ο Χαραντί, τα παραμύθια δεν φτιάχτηκαν για να αποκοιμίζουν παιδιά, αλλά για να αφυπνίζουν τους μεγάλους. Ξέρουμε τι σημαίνει αφυπνίζουν. Μας ξυπνάνε και βλέπουμε τον κόσμο με άλλα μάτια, όχι αυτά της συνήθειας ή του βολέματος αλλά τα μάτια της σκέψης και της κρίσης, της αγωνίας για το ότι οι πόλεμοι πληθαίνουν και οι δικοί μας παππούδες πριν 90 χρόνια δεν ήταν οι τελευταίοι πρόσφυγες που έψαξαν για άλλη γη, για άλλη πατρίδα και άλλο χώμα για να ανθίσουν.
Από τα χειρότερα πράγματα η προσφυγιά. Να ξεριζώνεις τη ζωή σου για να σωθείς, να πηγαίνεις στο άγνωστο, έχοντας ένα συμβόλαιο με τον θάνατο παρακαλώντας τον απλώς να μην το τηρήσει. Στο παραμύθι «ΓΙΑΣΜΙΝ…» ο συγγραφέας καταφέρνει μέσα σε λίγες σελίδες να συμπυκνώσει το τεράστιο πρόβλημα του πολέμου και της προσφυγιάς.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Προσφυγιά
Αυτή είναι η λογοτεχνία, η τέχνη του λόγου και τα παιχνίδια με τις λέξεις, που με μαστοριά ο συγγραφέας τα συνταίριαξε και απέκτησαν μια δύναμη ξεχωριστή, μια δύναμη που δίνει αισθητική αξία στην πραγματικότητα και προκαλεί συγκίνηση στον αναγνώστη.
Ο κ. Μερκούρης τα κατάφερε. Μας παρέδωσε ένα μικρό κομμάτι λογοτεχνικού λόγου που η ανάγνωση του είναι μια σύνθετη εμπειρία. Είναι στημένο πάνω στο δίπολο του καλού και του κακού, που υπάρχει σε όλα τα παραμύθια. Έχει αρχή, μέση και τέλος που μας παρουσιάζονται όχι με τη σωστή σειρά. Το μια φορά και έναν καιρό, το κομμάτι της ζωής της Γιασμίν που ήταν σαν παραμύθι, το γνωρίζουμε όταν η περιπέτεια της προσφυγιάς την άφησε μόνη, ασυνόδευτη χωρίς τα πολύτιμα της ζωής της που τη μεγάλωσαν. Το συμβόλαιο που είχαν κάνει οι γονείς της με τον θάνατο, προσπαθώντας να της εξασφαλίσουν μια καλύτερη ζωή, όπως καταλαβαίνω τηρήθηκε. Οι γονείς χάθηκαν στο όνειρο να δουν το λουλούδι τους να ανθίζει, σε άλλους τόπους, ασφαλής ανάμεσα σε άλλα λουλούδια. Όλα όσα ήταν, όλα όσα είχε και όλα όσα ένιωθε, μπορεί πια να τα κλείσει στη χούφτα της σ ένα σπασμένο μενταγιόν κάτω από ένα δανεικό αδιάβροχο που σκέπαζε το κορμάκι της.

Για μέρες περπατούσε μόνη, μόνη και κουρασμένη Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Είχε χάσει όλα όσα είχε στη ζωή της και ετεροχρονισμένα η πλοκή του παραμυθιού μας τα παρουσιάζει μαζί με τον πόλεμο, ζωγραφίζοντας με λόγια τις μεγάλες αντιθέσεις της μικρής της ζωής. Είναι εκεί που ο πόλεμος δεν σκιάζει την ομορφιά των λόγων του πατέρα. «Μη φοβάσαι λουλούδι μου! Μη φοβάσαι γλυκιά μου! Μη φοβάσαι καλή μου…»
Με την πένα του ο συγγραφέας καταφέρνει να αγγίξει τις λεπτές ανθρώπινες σχέσεις, της αγάπης, του μητρικού και του πατρικού ενστίκτου που επιθυμεί να δώσει στο παιδί του τις καλύτερες συνθήκες να ανθίσει και με ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό τέχνασμα, μας τις παρουσιάζει μέσα στην αντίθεση του τρόμου του πολέμου, μας τοποθετεί στα καταφύγια δίπλα στην οικογένεια της Γιασμίν για να νοιώσουμε τον τρόμο του πολέμου αφού κατάφερε να ξυπνήσει τις δικές μας μνήμες από τότε που ήμασταν παιδιά και πέφταμε ήσυχοι για ύπνο, αφού ένας πατέρας ή μια μητέρα είχαν αφήσει στο μαξιλάρι μας ένα «Μη φοβάσαι γλυκιά μου εγώ είμαι εδώ».
Πόσα δεν θα έκαναν οι γονείς της για να την δουν να ανθίζει; Όπως κάθε γονέας κάθε παιδιού σ όλη τη γη. Πόσο τυχερή θα ήταν αν το τέρας που είχε άλλα σχέδια, δεν είχε ξυπνήσει! Από όπου και να κατάγεται η Γιασμίν είναι λατρεμένη όπως όλα τα παιδάκια του κόσμου.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ: «Κίτρινο, μαύρο ή μελαμψό», «Ο Παλιάτσος»
Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες δεν είχαν άλλο πράγμα διαφορετικό στις πατρίδες τους από ότι έχουμε εμείς, με τις υποστηρικτικές πολύτιμες σχέσεις στην οικογένεια, με χώρο και ουρανό, με ήλιους στη ζωή μας και φεγγάρια.
Ο συγγραφέας με την ιστορία του σαν παραμύθι, καταφέρνει να δημιουργήσει το δεσμό αναγνώστη και αναγνώσματος, που μόνο η λογοτεχνία καταφέρνει. Γιατί τα λόγια έχουν τη δύναμη να συγκινούν και να παρασύρουν, ώστε το κείμενο να συσχετίζεται με τις εμπειρίες του αναγνώστη και να ανατροφοδοτείται με τις προσδοκίες του και εκεί που όλοι διαβάζοντας το βιβλίο έχουμε νοιώσει τη Γιασμίν δική μας και ευχόμαστε το καλύτερο, έρχεται η αγάπη να δώσει έναν άλλο επίλογο, τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής από την αρχή.
Αυτό το παραμύθι που οι υποτιθέμενες φανταστικές του εικόνες είναι εμπνευσμένες από την αληθινή, δεινή πραγματικότητα που ζουν χιλιάδες άνθρωποι στις εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη μας, μάς εισάγει σ’ αυτή τη ζωή όπου ο πόλεμος τρέφει τα παραμύθια. Το παραμύθι έχει δύο αναγνώσεις, αυτή των λόγων και μια παράλληλη των εικόνων. Θέλω να μεταφέρετε στην εικονογράφο ότι οι λέξεις της μιλούν με την ίδια ευγλωττία που το καταφέρνουν οι λέξεις του συγγραφέα. Όσες φορές διάβασα το κείμενο, άλλες τόσες αφέθηκα να το νιώσω, μέσα από την εξαιρετική απόδοση και εικονογράφηση των συναισθημάτων στα μάτια των ανθρώπων, γιατί έχει καταφέρει να διαβάζονται οι ψυχές μέσα από μάτια που σε μαγνητίζουν . Ειδικά εκείνη της σελίδας 11 ένιωσα τα «γιατί» της Γιασμίν να μου τρυπούν την ψυχή, να ψάχνουν απαντήσεις και μη μπορώντας να τις δώσω, ονειρεύτηκα ένα μέλλον όπου ποτέ πια κανένας συγγραφέας δεν θα βρει καμία Γιασμίν για να εμπνευστεί!
Σας ευχαριστώ!




[1] Η Μαρία Πετκανοπούλου είναι νηπιαγωγός και συγγραφέας




Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Η ΓΙΑΣΜΙΝ στο δημοτικό σχολείο ΠΛΑΤΕΟΣ ΗΜΑΘΙΑΣ


ΓΙΑΣΜΙΝ, μια ζωή από την αρχή...

...στο δημοτικό σχολείο Πλατέος Ημαθίας

Γενναιόδωρη η 15η του Μάρτη. Τα δώρα της πλούσια, η χαρά και η συγκίνηση.
Η Γιασμίν και από κοντά ο Ορφέας, η Νανά με το τρελό της αμαξίδιο και πολλοί από τους αγαπημένους μου ήρωες παιδιά μου, μαζί τους κι εγώ, ζήσαμε μοναδικές στιγμές.
Η θερμή υποδοχή και η φιλοξενία που απλόχερα μας πρόσφεραν οι μαθητές και μαθήτριες του δημοτικού σχολείου Πλατέος στην Ημαθία, μαζί και οι φωτισμένοι δάσκαλοί τους, ξεπέρασαν κάθε μου προσδοκία.
Τα φλογερά τους μάτια, τα χαρούμενα πρόσωπα, το ζεστό τους χαμόγελο, τα λόγια της καρδιάς, τα χειροκροτήματα διαρκείας, η δίψα τους για συζήτηση και κυρίως οι πολλές ουσιαστικές ερωτήσεις τους, ερωτήσεις μαθητών και εκπαιδευτικών, δημιούργησαν ένα κλίμα και μια ατμόσφαιρα μοναδική. Και όλα αυτά σε ένα σχολείο πανέμορφο, άνετο, με πολύ πράσινο, με μεγάλη αυλή και χορτάρι όπου το παιχνίδι γίνεται μάθημα και το μάθημα παιχνίδι. Σ’ ένα σχολείο πολυπολιτισμικό που μαζί με τα Ελληνόπουλα φοιτούν συνοδοιπόροι στο ταξίδι τους προς τη γνώση και δεκάδες παιδιά μαθητές & μαθήτριες με διαφορετική κουλτούρα, θρησκεία, πολιτισμική ταυτότητα και χώρα καταγωγής. Σ’ ένα σχολείο που πρόσφατα άνοιξε την αγκαλιά του και φιλοξένησε με επιτυχία και για αρκετό διάστημα παιδιά πρόσφυγες από τη Συρία και που πόνεσε όταν τα αποχαιρέτησε για το ταξίδι τους προς τη Γερμανία. Σ’ ένα σχολείο όπου από την πρώτη στιγμή ως επισκέπτης εισπράτεις και αναπνέεις τον αέρα της δημιουργικότητας, αφουγκράζεσαι την αγωνία και το πάθος των εκπαιδευτικών του που καθημερινά αγωνίζονται, προκειμένου το ταξίδι των μαθητών προς τη γνώση να είναι συναρπαστικό και δημιουργικό. Σ’ ένα σχολείο που ταυτόχρονα ή και παράλληλα εκπονούνται ποικίλα εκπαιδευτικά προγράμματα. Στο σχολείο τέλος που αγαπάει το λογοτεχνικό βιβλίο και τη φιλαναγνωσία, που αγαπάει το παιδί.
Για όλα τα παραπάνω θέλω να ευχαριστήσω θερμά τα υπέροχα παιδιά, μαθητές και μαθήτριες της Τετάρτης, Πέμπτης και Έκτης τάξης του υπέροχου αυτού σχολείου. Φυσικά ευχαριστώ κι όλους τους εκπαιδευτικούς του, που ενωμένοι και δυνατοί κάνουν καθημερινά μικρά και μεγάλα θαύματα. Ιδιαίτερα να ευχαριστήσω τις δασκάλες της ΣΤ΄ τάξης κκ. Γιολάντα Κατσουπέρη & Ζωή Θεοφανοπούλου, τη δακάλα της Ε΄ τάξης κ. Δέσποινα Κιτσούλη, τη δασκάλα της Τετάρτης τάξης κ. Αλεξάνδρα Ζαπουνάκη, τις δασκάλες της Β΄ τάξης κκ. Γεωργία & Μαρία Κουτελίδα, τις εκπαιδευτικούς των Γαλλικών & Γερμανικών κκ. Παναγιώτα Υποδηματοπούλου & Ευανθία Τιτοπούρη, τους δασκάλους των τμημάτων Ένταξης & Υποδοχής κκ. Λευτέρη Κωνσταντίνου & Δημήτρη Ρέμπελο, τη δασκάλα Παράλληλης Στήριξης κ. Μαρία Παπαδοπούλου και βεβαίως την φωτισμένη και αεικίνητη, μπροστά σε όλα, διευθύντρια του σχολείου κ. Μαρία Ταχτσόγλου.

Η 15η του μηνός Μαρτίου 2017 και οι μοναδικές στιγμές που μου χαρίσατε θα μείνουν στην καρδιά μου αλησμόνητες και ανεξίτηλες.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΛΕΝΗΣ ΜΠΕΤΕΙΝΑΚΗ

ΓΙΑΣΜΙΝ, μια ζωή από την αρχή
Με δράκο άγριο, που ξερνάει φωτιά, κόκκινο και μαύρο χρώμα; Ποιος θέλει να ζει μόνος χωρίς φίλους κι αγαπημένους; Κι αυτή η διαφορετικότητα τι είναι;

γράφει η Ελένη Μπετεινάκη*
Τι σημαίνει πρόσφυγας; Τι θα πει μετανάστης; Πως μοιάζει ο πόλεμος; Με δράκο άγριο, που ξερνάει φωτιά, κόκκινο και μαύρο χρώμα; Ποιος θέλει να ζει μόνος χωρίς φίλους κι αγαπημένους; Κι αυτή η διαφορετικότητα τι είναι; Όλοι είμαστε μοναδικοί και διαφορετικοί γιατί θα πρέπει να το αποδεικνύουμε συνεχώς; Για τα Μπορώ και τα Θέλω της ζωής μας, για τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων.  Όλα αυτά κι αλλά πολλά έχουν τα σημερινά βιβλία. Απαντήσεις στα ερωτήματα δίνουν πάντα τα πιο αγνά και ζεστά συναισθήματα. Αγάπη χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι για να κινηθεί το γρανάζι της ζωής κι αυτό τα παραμύθια και τα βιβλία το ξέρουν καλά!
Γιασμίν, μια ζωή από την αρχή, Μερκούριος Αυτζής, εικ :Ναταλία Καπατσούλια, εκδ. Ψυχογιός.


Μια ολοκαίνουργια κυκλοφορία γεμάτη ανθρωπιά και φαινόμενα των καιρών. Η Γιασμίν είναι ένα μικρό κορίτσι, πρόσφυγας, από μια χώρα που ο πόλεμος δεν άφησε τίποτα ζωντανό. Ούτε το σκυλάκι της την Σελήνη, ούτε ένα κτίριο, ούτε  ένα λουλούδι. Η περιπέτειά της συνεχίστηκε στα παγωμένα νερά του πελάγους που έχασε όλη της την οικογένεια. Και τώρα μόνη χωρίς να τη νοιάζει το κρύο και η βροχή περπατά σε δρόμους άλλοτε φιλόξενους και άλλοτε εχθρικούς, σε μια καινούργια χώρα. Φυλακτό της πολύτιμο ένα σπασμένο μενταγιόν και τα λόγια του πατέρα και της μητέρας της: «Μη φοβάσαι…Όλα θα πάνε καλά». Όμως είναι μικρή και φοβάται κι είναι η απώλεια δυσβάστακτη και σιωπηλή. Ώσπου απρόσμενα μια φθινοπωριάτικη νύχτα με βροχή μια νέα αγάπη θα γεμίσει την ψυχή και τη ζωή της. Ο μικρός Χνούδης, ένα σκυλί, θα είναι η αιτία να νοιώσει πάλι την θαλπωρή της οικογένειας, της φροντίδας, της έννοιας από ανθρώπους ξένους αλλά με καρδιά γεμάτη αγάπη και μεγαλείο….

Σημάδια και φαινόμενα των καιρών. Προσφυγιά, πόλεμος, απώλειες και μοναξιά. Πείνα, κακουχίες και στερήσεις αλλά και ανθρωπιά από ανθρώπους ξένους, απλούς, καθημερινούς με περίσσευμα αγάπης στην ψυχή τους. Η Γιασμίν, του Μερκούριου Αυτζή είναι ένα από τα χιλιάδες προσφυγόπουλα που υπάρχουν τούτη την στιγμή στον πλανήτη. Παιδί μονάχο, χωρίς ίχνος ελπίδας, στοργής και αγάπης, περιπλανώμενο χωρίς λόγο και χωρίς σκοπό. Η ιστορία του Μερκούριου είναι μια πρώτη προσέγγιση στο τι είναι πρόσφυγας, για μικρά παιδιά, με αφορμή τις πολλαπλές εικόνες των μέσω μαζικής Ενημέρωσης, των καθημερινών ειδήσεων και της Ανθρωπιάς που υπάρχει πια και χαρίζεται απλόχερα. Η κάθε Γιασμίν είναι εδώ για να αφυπνίζει συνειδήσεις, για να θυμίζει σε όλους μας πόσο εφήμερα είναι όλα όσα θεωρούμε δεδομένα. Μια ιστορία γεμάτη χρώματα ψυχρά και ζεστά, γεμάτη συναισθήματα θετικά κι αρνητικά. Η δύναμη της αγάπης, της ελπίδας, της νέας ζωής. Η προσφορά, ανεκτίμητη αξία που γιατρεύει κάθε λαβωμένη ψυχή. Η ύπαρξη ενός ζώου στη παιδική ή ενήλικη ζωή δρα ουσιαστικά στην συναισθηματική νοημοσύνη μικρών παιδιών αλλά και μεγαλύτερων ατόμων. Με πολύ απλό αλλά υπέροχο τρόπο δίνεται μέσα στο βιβλίο στον μικρό αναγνώστη να καταλάβει πως νικιέται ο φόβος, πως γεμίζει η μοναξιά ενός …άστεγου, πρόσφυγα, μετανάστη. Πως ξεκινάει μια νέα ζωή από μια τυχαία  συνάντηση, από μια ανθρώπινη σκέψη. Πως το να δίνεις έχει μια ξεχωριστή αξία ειδικά σε ανθρώπους που το έχουν περισσότερο ανάγκη. Κανείς δεν ξέρει τι κρύβεται στην ψυχή του κάθε ρακένδυτου, ταλαιπωρημένου, περιπλανώμενου συνανθρώπου μας. Πόσες ιστορίες, πόσα όνειρα κατεστραμμένα, πόση ζωή χαμένη. Το βιβλίο έχει εικονογραφηθεί από την Ναταλία Καπατσούλια απλά, ζωντανά και εκφραστικότατα.  Με το χρώμα του πολέμου, με τους δράκους που εξαφανίζουν τη χαρά. Με το λευκό της αθωότητας και το κόκκινο της αγάπης και της ελπίδας.
Ένα βιβλίο πολύτιμο για τις βιβλιοθήκες των σχολείων που γίνεται η αφορμή για συζητήσεις, δράσεις και αφύπνιση συνειδήσεων.

Για παιδιά από 7 χρονών…